Δευτέρα, 16 Μαΐου 2016

Η απατηλή λάμψη της Κεντροαριστεράς

Κόκκινη λάμψη


Τους τελευταίους μήνες φαίνεται να έχουν ενταθεί οι διεργασίες στον πολιτικό χώρο που αυτοπροσδιορίζεται ως «Κεντροαριστερά». Αφήνοντας κατά μέρος τις όποιες κοινοτοπίες περί της ισχυροποίησης της δημοκρατίας από τέτοιου είδους ζυμώσεις, οφείλουμε να αναζητήσουμε την πολιτική ουσία του εγχειρήματος, απαντώντας στο κεντρικό ερώτημα: Τι σημαίνει Κεντροαριστερά και τι ακριβώς εκπροσωπεί σήμερα;
Εν προκειμένω, θα θέσουμε μια κεντρική υπόθεση και τρεις συνακόλουθους άξονες εργασίας. Τα τελευταία τουλάχιστον είκοσι χρόνια, η παγκόσμια οικονομία προσδιορίζεται κυρίαρχα από το μοντέλο του οικονομικού φιλελευθερισμού. Αυτό, πολύ γενικά, σημαίνει ότι ως υποκείμενο της οικονομικής δραστηριότητας εμφανίζεται πλέον το εμπόρευμα και όχι ο άνθρωπος και οι ανάγκες του.
Τα πάντα καθίστανται εμπορεύματα, γι' αυτό και οι κάθε είδους αγορές παρουσιάζονται ως κυρίαρχοι μηχανισμοί της διαδικασίας εκείνης που αναφέρεται ως ανάπτυξη.
Αλλά τι είδους ανάπτυξη είναι αυτή που προωθεί την τρομακτική ανισοκατανομή του πλούτου και του εισοδήματος παγκοσμίως, την ανατροπή της οικολογικής ισορροπίας και την κλιματική αλλαγή, την αποδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων, ή όταν στηρίζεται στη βία (λιτότητα, εκδίωξη πληθυσμών από περιοχές για οικονομική εκμετάλλευση, γεωστρατηγικές συγκρούσεις…);
Το ανωτέρω γενικό πλαίσιο θα πρέπει να συνδεθεί με τους τρεις ακόλουθους άξονες:
(α) Βασική αρχή των νεοφιλελεύθερων μηχανισμών είναι η διαστρέβλωση των λέξεων και των νοημάτων. Αυτοί οι «κατασκευαστές της πραγματικότητας» καταφεύγουν στη «μετάλλαξη των λέξεων» (Τζ. Οργουελ), προκειμένου να εμφανίσουν την Ιστορία σαν κάτι άλλο από αυτό που πραγματικά είναι.
Μόνο κάτω από αυτές τις συνθήκες μπορούν να συγκαλυφθούν οι επικρατούσες συνθήκες εκμετάλλευσης, καταπίεσης, αλλοτρίωσης. Μόνο έτσι κάμπτονται οι διεκδικήσεις των εργαζομένων, ενώ οι καταναλωτές καθίστανται πειθήνια όργανα των μηνυμάτων και των επιταγών των εμπορευμάτων.
(β) Στη λογική των διαχειριστών του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, κοινωνικές τάξεις δεν υφίστανται. Η πολιτική δράση αμφισβητείται και, σε μεγάλο βαθμό, στηλιτεύεται. Και όμως, τα κόμματα εξακολουθούν να είναι «χρήσιμα» ακόμα και για τους πλέον ακραιφνείς υποστηρικτές του νεοφιλελευθερισμού.
Αυτό συμβαίνει γιατί αντιλαμβάνονται τα κόμματα ως διαμεσολαβητικούς μηχανισμούς και, κυρίως, νομιμοποιητικά όργανα για την επιβολή της αγοραίας, εμπορευματικής κυριαρχίας. Θα πρέπει όμως να αποβάλουν τον μανδύα της κοινωνικής τους έκφρασης. Ετσι, τα κόμματα οφείλουν να εμφανιστούν ως «σοβαροί και φερέγγυοι εγγυητές» μιας μονοδιάστατης, αγοραίας ανάπτυξης, χωρίς ταξικές αναφορές.
(γ) Σήμερα, η έννοια της Σοσιαλδημοκρατίας, ο «ευρωπαϊκός» όρος της «Κεντροαριστεράς», χρησιμοποιείται τελείως καταχρηστικά. Γιατί; Απλούστατα γιατί τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα δεν μπορούν να προωθήσουν καμία από τις πολιτικές εκείνες που χαρακτήρισαν τη μεταπολεμική (κεϊνσιανή) ανάπτυξη, όπως την αναδιανομή του εισοδήματος, την επανεκκίνηση του κράτους πρόνοιας, την εργασιακή ειρήνη, από την ώρα που επικρατεί η εργασιακή αποδόμηση.
Ο ρόλος της Σοσιαλδημοκρατίας περιορίζεται σήμερα στην προώθηση μιας πιο «ήπιας» έκφρασης των νεοφιλελεύθερων επιλογών, προβάλλοντας μια φιλανθρωπικής εμβέλειας πολιτική ευαισθησία. Είναι προφανές ότι δεν αντιδρούν στη στρατηγική των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, αλλά σε κάποιες τακτικές επιλογές των ακραιφνών διαχειριστών τους.
Στην Ελλάδα της κρίσης, κατά την τελευταία πενταετία, φαίνεται ότι ο όρος «Κεντροαριστερά» εμφανίζει ιδιαίτερη δυναμική.
Τρεις είναι οι παρατηρήσεις που θα μπορούσαν να γίνουν για τον ρόλο της «Κεντροαριστεράς» σε σχέση με τα προαναφερόμενα:
  • (1) Καταρχήν, επισημαίνεται η κενότητα του όρου «Κεντροαριστερά». Ο μάλλον χωροταξικός προσδιορισμός της εν λόγω πολιτικής κίνησης επιδιώκει να νομιμοποιηθεί αφενός στο γεγονός ότι, ιστορικά τουλάχιστον, το «Κέντρο» συνδεόταν με μια «μετριοπαθή», εκτός των άκρων, πολιτική και αφετέρου ότι η «Αριστερά» ταυτίζεται με μια πολιτική με κοινωνικές ευαισθησίες. Φυσικά στη συγκεκριμένη περίπτωση ο όρος «Αριστερά» θα πρέπει να ερμηνευτεί με τη μέθοδο που προτείνει ο Οργουελ.
  • (2) Μπορεί τα, ούτως ειπείν, «κεντροαριστερά» κόμματα να μην μπήκαν στον κόπο να ασχοληθούν θεωρητικά και αναλυτικά με την επικρατούσα ανθρωπιστική κρίση, περιέργως όμως προσπάθησαν να την ερμηνεύσουν μέσα από μια ηθικολογική προσέγγιση: «Φταίμε εμείς, ως κοινωνία, που καταναλώναμε ασυλλόγιστα», «είμαστε λαός διεφθαρμένων», αυτή ήταν η επωδός της βαθιάς πολιτικής τους ανάλυσης. Ανάλογη βέβαια είναι και η δέσμη των προτεινόμενων μέτρων αντιμετώπισης της κρίσης. Μεταρρυθμίσεις, σοβαρότητα, ρεαλισμός, αυτό είναι το περιβόητο τρίπτυχο, που εμφανίζεται ως μια μαγική συνταγή που θα αλλάξει τη ζωή των πολιτών, ερήμην φυσικά των ιδίων. Οι θιασώτες της «Κεντροαριστεράς» αποφεύγουν να αναφέρουν ότι οι μεταρρυθμίσεις (ιδιωτικοποιήσεις, συρρίκνωση των υποδομών του δημοσίου συμφέροντος, ανισότητα…) στρέφονται κατά της κοινωνικής πλειοψηφίας.
  • (3) Οι πολιτικοί σχηματισμοί της αυτοαποκαλούμενης «Κεντροαριστεράς», τα τελευταία χρόνια τουλάχιστον, εμφανίζονται ως πολιτικές εφεδρείες του ευρύτερου συνασπισμού των πολιτικών δυνάμεων που στηρίζουν και προωθούν το εμπορευματοποιημένο μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης. Ο δικός τους καινοτόμος ρόλος έγκειται στο ότι τείνουν να παρουσιαστούν ως το «μετριοπαθές και φιλάνθρωπο» πρόσωπο του νεοφιλελεύθερου σχεδίου. Υπό αυτήν την έννοια, στην περίπτωσή τους, μάλλον ισχύει η ρήση «φοβού τους κεντροαριστερούς και μεταρρυθμίσεις φέροντας».
* δρ Οικονομικών Paris IX - Dauphine
Πηγη www.efsyn.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου