Κυριακή, 12 Ιουνίου 2016

Περιμένοντας ένα καράβι

Περιμένοντας ένα καράβι

karavi.jpg

PIRAEUS, 1988, Κώστας ΓραμματόπουλοςPIRAEUS, 1988, Κώστας Γραμματόπουλος


Οι ήχοι με τους οποίους ξεκινούσε η διαφήμιση σε προετοίμαζαν κατάλληλα: ο αργά ρυθμικός ήχος του θαλασσινού νερού που σκάει και αποτραβιέται στην ακτή, τζιτζίκια τραγουδάνε μονότονα και εσύ νομίζεις ότι έχει 40 βαθμούς Κελσίου.
Πριν το καταλάβεις, ονειρεύεσαι να είσαι εκεί, σε μια ελληνική ακτή, κάτω από ένα αρμυρίκι, με ψάθινο καπέλο και ένα βιβλίο στο χέρι, κοιτάζεις τη θάλασσα και σκέφτεσαι σε πόση ώρα θα κάνεις την επόμενη βουτιά.
Και τότε ήρθε η δυναμική φωνή της εκφωνήτριας του διαφημιστικού μηνύματος: «Το Καλοκαίρι θέλει Μαγιό, θέλει Αντηλιακά, θέλει Υπέροχα Ρούχα και Δροσερά Αρώματα και Σανδάλια και Χνουδωτές Πετσέτες και… και… και…».
Μια ατελείωτη λίστα από «και» και από λέξεις που το πρώτο γράμμα τους ακούγεται τονισμένο και κεφαλαίο. Και όλα αυτά τα Υπέροχα και Αναγκαία υπάρχουν και σε περιμένουν στο τάδε Μέγα Κατάστημα, με Ολες τις Μάρκες και τις Φίρμες και τις Καταπληκτικές Τιμές και…
Αλλη μια λίστα από «και» και υπερτονισμένες λέξεις.
Το όνειρο έσβησε, χάθηκε ο ήχος του παφλασμού, σώπασαν τα τζιτζίκια, η μυρωδιά του ιωδίου που νόμιζες ότι θα σου γαργαλήσει το ρουθούνι εξαερώθηκε κι αυτή. Πού το όνειρο για βουτιές και ηλιοθεραπεία…
Τι άσχημο ξύπνημα, τι βαρβαρότητα. Το όνειρο των καλοκαιρινών διακοπών έγινε ένας κατάλογος γεμάτος αντικείμενα με κεφαλαία γράμματα.
Κάποια από αυτά όντως τα χρειάζεσαι, δεν θέλεις να πάθεις ηλιακά εγκαύματα, κάτι πρέπει να φοράς για να πας στη θάλασσα…
Αλλά η σκέψη δεν μπορεί παρά να πάει στον μηνιαίο προϋπολογισμό: τόσα σε λογαριασμούς, τόσα στα τρόφιμα, τόσα για βενζίνη, τόσα για απορρυπαντικά, τόσα… τόσα…
Αυτή κι αν είναι λίστα. Γράφεις-σβήνεις, γράφεις-σβήνεις. Τίποτα. Ο,τι και να κάνεις, το ταμείον βγαίνει μείον.
Μα εσύ χθες βράδυ, εκεί που καθόσουν στο μπαλκόνι, αλλιώς (δεν) τα είχες υπολογίσει. Είχες ταξιδέψει σε μια ακτή λίγο απόμερη, με ψιλό βοτσαλάκι και πεντακάθαρα νερά.
Είχες κοιμηθεί κάτω από ένα δεντράκι με δροσερή σκιά και όταν ζεστάθηκες, το νερό ήταν εκεί για να σε αγκαλιάσει. Δεν σκεφτόσουν το χρώμα του μαγιό, τον δείκτη του αντηλιακού, ούτε τα σχέδια της μόδας. Εκεί ήσασταν εσύ, ψυχή τε και σώματι, και η φύση, ο ήλιος, η θάλασσα και το καλοκαίρι.
Και το βράδυ, που η δροσιά ανακούφιζε πνεύμα και σώμα, μόνο γρύλοι και μυστικοί ψίθυροι έσπαγαν την ομορφιά του ουρανού, αφήνοντας το δικό τους σημάδι σε μια μαγεία που δεν τολμούσες να περιγράψεις για να μην την καταστρέψεις.
Τίποτα δεν κόστιζε, τίποτα δεν μετριόταν με χρήματα. Αλλά έτσι είναι τα όνειρα. Ολα μοιάζουν εύκολα, τίποτα δεν έχει κόστος. Οταν ξυπνήσεις, βέβαια, η πραγματικότητα είναι εκεί.
Το αντίθετο από τους εφιάλτες: αυτοί σε κάνουν να λούζεσαι στον ιδρώτα, αλλά όταν ξυπνάς όλα είναι καλά, όλα είναι όπως πριν.
Κλείνεις το ραδιόφωνο. Κλείνεις την τηλεόραση. Τη δουλειά τους κάνουν κι αυτοί, τίποτα δεν προχωράει χωρίς διαφήμιση, τίποτα δεν είναι τσάμπα, το ξέρεις.
Ομως για μια στιγμή δεν θέλεις να το σκέφτεσαι. Θέλεις να αφεθείς στην αναπόληση και στον ρεμβασμό, στην προσμονή μιας ήρεμης μέρας, στα τραγανά κεράσια του Ιουνίου και στα ζουμερά ροδάκινα του Ιουλίου.
Αυτά που δαγκώνεις με τη γεύση του αλατιού στο στόμα και με χέρια που μυρίζουν λάδι καρύδας.
Ανοίγεις το ραδιόφωνο και κλείνεις πάλι τα μάτια. Και τότε ακούς για έναν καφενέ, ένα παλιό ρημάδι*. Και αυτό το βράδυ, για πρώτη φορά, γίνεται καράβι. Και εσύ δεν χρειάζεται να περιμένεις.
Σε παίρνει, σε αγκαλιάζει με τραγούδια, με εκείνους τους ήχους που ξυπνούν την όσφρηση και την αφή, ακόμη και τη γεύση, και πάλι ονειρεύεσαι. Και ελπίζεις ότι το ξύπνημα θα είναι λίγο πιο γλυκό, λίγο πιο τρυφερό. Και όσο για μαγιό, σου κάνει μια χαρά το περσινό.
*«Εχω έναν καφενέ», Λευτέρης Παπαδόπουλος, Μάνος Λοΐζος, Γιώργος Νταλάρας (1970)

          
Πηγή www.efsyn.gr 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου