Σάββατο, 2 Ιουλίου 2016

Αλέξης Κούγιας και λογοτεχνία

(EUROKINISSI/ΣΤΕΛΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ)


«Φαίνεται» σιγοψιθύρισαν αρκετοί, «έτσι εξηγούνται όλα» μουρμούρισαν άλλοι από τους συγγραφείς που παρακολουθούσαν την Παρασκευή στο Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Αθήνας τη δίκη για την άγρια δολοφονία του Μένη Κουμανταρέα, όταν ο Αλέξης Κούγιας, συνήγορος υπεράσπισης του ενός από τους δύο κατηγορούμενους, του Στεφάν Μ., είπε στην αγόρευσή του ότι δεν έχει διαβάσει ελληνικό βιβλίο από το 1974, τη χρονιά που άρχισε να δικηγορεί.
Ήταν άλλη μια αποκάλυψη του κ. Κούγια για μια άγνωστη πτυχή της προσωπικότητας και της ιστορίας του, μικρή αλλά κομβική, μια προσωπική αποκάλυψη από αυτές από αυτές με τις οποίες φιλοδωρούσε ακατάπαυστα το ακροατήριο και την έδρα τις έξι μέρες που κράτησε η δίκη, μια δίκη κατά την οποία, όταν έπαιρνε το λόγο ο κ. Κούγιας, είχε κανείς την αίσθηση πως δικαζόταν όχι μόνο το βίαιο έγκλημα που άφησε τον ηλικιωμένο και βαριά ασθενή συγγραφέα νεκρό με μωλωπισμένο το κεφάλι και με ρήξη σπλήνας και νεφρού, αλλά η ελευθερία της ερωτικής επιλογής.
«Έμαθα όμως ότι το Τρίτο Στεφάνι του Κουμανταρέα είναι κορυφαίο βιβλίο», συνέχισε τις αποκαλύψεις ο κ. Κουγιας, σε μια μάλλον εκ παραδρομής αναφορά στο μυθιστόρημα του Κώστα Ταχτσή, τον οποίο είχε υπερασπιστεί, είπε, στην αρχή της δικηγορικής του καριέρας. Αλλά όταν έφτασε στο τελευταίο βιβλιο του Μένη Κουμανταρέα, «Ο Θησαυρός του Χρόνου», έργο στο οποίο περιγράφονται ερωτικές σχέσεις και επαφές με νεαρούς άντρες, συνήθως ξένης εθνικότητας, ο κ. Κούγιας άρχισε να μιλά για «διαστρεβλωμένες προσωπικότητες», για μια ερωτική επιλογή «αντιαισθητική από κάθε άποψη, παρά φύση από κάθε άποψη». Και διατύπωσε την άποψή του για το νεκρό συγγραφέα και τις ερωτικές επιλογές του, πως είχε, λέει, «υποκριτική στάση» και «διπλή προσωπικότητα, μεγίστου καλλιτέχνη, διεστραμμένου ανθρώπου».
Είναι ν'απορεί κανείς τι απ'τα δύο είναι μεγαλύτερη προσβολή για τον Μένη Κουμανταρέα, ο χαρακτηρισμός«διεστραμμένος» ή ο χαρακτηρισμός «μέγιστος καλλιτέχνης» προερχόμενος από τον κ. Κούγια, η αντίληψη του οποίου για τη λογοτεχνία φαίνεται πως δεν φτάνει πολύ πέρα από τους αφορισμούς ενός σχολικού λευκώματος. «Ένα βιβλίο πρέπει να ανοίγει δρόμους», είπε, και αντιπαρέβαλε την «τέχνη, την λογοτεχνία, την ποίηση, τα γράμματα», όλα αυτά για τα οποία συζητούσε με τους ομότεχνούς του ο Μένης Κουμανταρέας τα απογεύματα στην Κυψέλη, με την ερωτική ζωή του συγγραφέα. Προφανώς για τον κ. Κούγια τέχνη είναι περίπου ό,τι μπορεί να περιλαμβάνεται στην αισθητική πρόταση μιας τηλεοπτικής διαφήμισης δημητριακών.
Και άλλα ωραία είπε στο δικαστήριο ο κ. Κούγιας. Για παράδειγμα, πως γνωρίζει τις μεθόδους που χρησιμοποιεί η αστυνομία για να αποσπάσει την ομολογία των κατηγορουμένων, μεθόδους που περιλαμβάνουν βασανιστήρια, «δικαιολογημένα βέβαια καμιά φορά», όπως έφτασε στο σημείο να πει, συμπληρώνοντας πως ο πατέρας του ήταν χωροφύλακας στον Εμφύλιο. Όσο για τον πατέρα της κ. προέδρου της έδρας, παλιό δικαστή που συναντούσε συχνά ο κ. Κούγιας στα δικαστήρια τα πρώτα χρόνια της σταδιοδρομίας του, δεν παρέλειψε να επαναλάβει πως «δεν έβγαλε ποτέ άστοχη απόφαση» και πως αποτέλεσε έναν από τους δασκάλους του στη νομική επιστήμη.
Πάντως, αυτής της νομικής επιστήμης υπέρτερο κριτή και οδηγό θεωρεί ο κ. Κούγιας το Θεό, όπως είπε, παροτρύνοντας τους ενόρκους να ακούσουν τη θεϊκή φωνή, βδελυσσόμενος τη «μόδα της αθεΐας», ενώ μας πληροφόρησε πως περιμένει κάθε φορά με αγωνία την απάντηση ενός κατηγορουμένου όταν τον ρωτά η έδρα τι όρκο θέλει να δώσει, πολιτικό ή θρησκευτικό.
Ήταν εμφανής η διαφορά με την καθαρά νομική επιχειρηματολογία που ανέπτυξε στην αγόρευσή του ο Παναγιώτης Μπαλακτάρης, συνήγορος του άλλου κατηγορουμένου, του Γκοσμίν Κ. Ο κ. Μπαλακτάρης ξεκίνησε μιλώντας για την ανθρώπινη σύμβαση που αποτελεί ο νόμος προκειμένου να διορθώνει τις ανισότητες της ανθρώπινης ύπαρξης και κάλεσε τους ενόρκους να μείνουν ευλαβικά στον Ποινικό Κώδικα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που αποτελούν τα Ευαγγέλια, όπως είπε, της διαδικασίας απονομής δικαιοσύνης.
Σε αντίθεση με τον κ. Μπαλακτάρη ή κάθε άλλο παράγοντα της δίκης, ο κ. Κούγιας δοκίμασε συχνά τα όρια της υπομονής της έδρας και του ακροατηρίου. Σε μια του πρόταση χρησιμοποιούσε τις πιο απαξιωτικές και προσβλητικές εκφράσεις για τον εισαγγελέα της έδρας και τον συνήγορο του συγκατηγορουμένου, που είχαν άλλη επιχειρηματολογία από την υπερασπιστική γραμμή του, ενώ στην άλλη πρόταση τους έπλεκε το εγκώμιο στον πιο υπερθετικό βαθμό, όταν δεν διέκοπτε αγενώς τη διαδικασία για να πει πως έχει οικογενειακές υποχρεώσεις και να ρωτήσει τι ώρα θα συνεχιστεί την επομένη η δίκη.
Σοβαρεύτηκε όμως απότομα όταν, σε κάποιο στάδιο της δίκης, η πρόεδρος του συνέστησε να μην κάνει ερωτήσεις που εμπεριέχουν συμπεράσματα. «Τα "άρα" να τα κρατήσετε για το βιβλίο που θα γράψετε», του είπε. «Με ειρωνεύεστε;», απάντησε έντονα ο κ. Κούγιας, που ενοχλείται από την ειρωνεία όταν έχει στόχο τον ίδιο. «Τα βιβλία είναι για τους πεθαμένους. Εγώ σκοπεύω να ζήσω και να δικηγορώ πολλά χρόνια ακόμα», είπε.
Πηγή www.efsyn.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου