Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2016

Ασπρα καράβια



ΜΑΣ ΑΦΗΣΕ ΧΡΟΝΟΥΣ σαν σήμερα κι ένα σπουδαίο έργο ο ποιητής Σωτήρης Σκίπης (Αθήνα 1881 - Ρονιάκ Προβηγκίας 1952). Στην Κατοχή εντάχθηκε στο ΕΑΜ Διανοουμένων και Καλλιτεχνών. Στην κηδεία του Κωστή Παλαμά, τον Απρίλη του 1943, απήγγειλε ποίημα έπειτα απ' τον Αγγελο Σικελιανό. Υποδέχτηκε την Απελευθέρωση με τους παρακάτω στίχους:
ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ Η ώρα σιμώνει φουντώσαν τα κλώνια/ τριαντάφυλλα η πλάση φορεί στα μαλλιά της/ θα πάψουν οι πίκρες -το λένε τ' αηδόνια-/ κι η Ελλάδα όλη λάμψη, θα βγει απ' τη σκλαβιά της.// Αχ τόσοι είν' αλήθεια ανοίχτηκαν τάφοι/ και πόσοι αδελφοί μας θα λείψουν στην ώρα./ Με το αίμα τους όμως μεσούρανα εγράφη/ πως άφθαστη εστάθηκε η Ελλάδα και τώρα.// Η νύχτα που σκότη μας σκόρπιζε πλήθια,/ η νύχτα του πένθους σε λίγο τελειώνει./ Η αυγή ροδοσκάζει -το λένε τα ορνίθια-/ και λιόχαρη μέρα Λαμπρής ξημερώνει.
ΜΑ ΤΙ ΝΟΙΑΖΕΙ Οπου πας κι όπου στρέψεις τη μοίρα σου/ δεν ξεφεύγεις! Οι μέρες μας είναι/ υφασμένες με τέτοια κλωστή/ τη χαρά ν’ ακολουθά πάντα η λύπη.// Μα τι νοιάζει! Τη λύρα τα δάχτυλα/ ας μην παύουν ν’ αγγίζουν. Κι ας έρθουν/ τα τραγούδια θλιμμένα ή χαρούμενα/ για μας όλα καλόδεχτα θα 'ναι.// Είν’ ωραίο το πρωί, το παράθυρο/ σαν ανοίγεις, να βλέπεις το φέγγος/ της πιο ξάστερης μέρας κι ανάσταση/ να θαρρείς πως η φύση γιορτάζει.// Μα παρόμοια είν’ ωραίο όταν της θύελλας/ το στριγκό γροικάς θούριο και πέρα/ η αστραπή αγριεμένη, το μέτωπο/ το θόλο τ’ ουρανού στεφανώνει.
ΑΣΠΡΑ ΚΑΡΑΒΙΑ τα όνειρά μας/ για κάποιο ρόδινο γιαλό/ άσπρα καράβια τα όνειρά μας/ θα κόβουν δρόμο κι ένα δρόμο/ μυριστικό κι ευωδιαστό/ θα κόβουν δρόμο κι ένα δρόμο.// Κι από ψηλά θα μας φωτίζει/ το φεγγαράκι το χλωμό/ κι από ψηλά θα μας φωτίζει/ και θ’ αρμενίζουν, ω χαρά μας,/ ίσα στο ρόδινο γιαλό/ άσπρα καράβια τα όνειρά μας.
Ω ΑΘΗΝΑ ΓΛΥΚΕΙΑ Ω Αθήνα γλυκειά! Το χειμώνα σου/ ονειρεύουμαι πάλι, όταν πιάνη/ η βροχή ξαφνικά, κι απ’ τους δρόμους σου/ οι διαβάτες σκορπίζουν με βία.// Σε μαρκίζα από κάτω κατάκλειστου/ μαγαζιού θε να βρω καταφύγιο,/ κι ώρες μόνος θα μείνω/ το βρόχινο, το θλιμμένο ν’ ακούσω τραγούδι.// Α βροχή ! Ποιων φωνών πολυαγάπητων/ την ηχώ τη σβησμένη μου φέρνεις;/ Ποια ευτυχία μακρυνή, που δε βάσταξε;/ Ποιον καημό, που ποτέ δεν πεθαίνει;// Μια φορά απ’ το παράθυρο σ’ άκουγα/ του σπιτιού μου, ω βροχή της Αθήνας,/ που του σφάλησε ο Χάρος τη θύρα του/ και το εσκέβρωσε η Μοίρα για πάντα.
ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΜΑΣ ΓΩΝΙΑ, που αγαπούσαμε,/ έν’ απόγευμα κρύο του Νοέμβρη,/ καθισμένοι, απ’ τα τζάμια θωρούσαμε/ τ’ ωχρό φως και τα κίτρινα φύλλα.// Μα προπάντων το βλέμμα σου εκάρφωνες/ στα μαλλιά μου, που αρχίσαν ν’ ασπρίζουν/ κ’ εγώ πρώτη φορά τώρα εξάνοιγα/ του μετώπου σου κάποιες ρυτίδες.// Την κρυφή μου τη σκέψη δε ζήτησες/ να σου εκφράσω∙ ούτ' εγώ την αιτία/ της πικρίας σου να μάθω δε ρώτησα/ που είχε ξάφνου χυθεί στη μορφή σου./ Ως που τέλος το σκότος μας έζωσε/ του βραδυού και δε βλέπαμε πλέον/ ο ένας του άλλου τα δάκρυα, οπού εχύναμε/ για τη νιότη μας που είχε πεθάνει.
Πηγή www.efsyn.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου