Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2016

Νεραϊδότοπος


Είναι μερικά μέρη τόσο όμορφα που σε κάνουνε να θες να κλάψεις. Σαν κι ετούτο εδώ που ανακάλυψα, διαβάτης στην Κάντανο της Κρήτης, στρίβοντας τυχαία σε μια διχάλα του δρόμου, κι απόμεινα να στέκομαι και να το καμαρώνω.
Το περιδιαβαίνω με το πλανεμένο βλέμμα μου και δεν χορταίνω τη θωριά του, άλαλος κι ανήμπορος ν’ αρθρώσω έστω ένα φθόγγο.
Δεκάδες πανύψηλα πλατάνια σιμά στον ποταμό να ορθώνονται ίσαμε τον ήλιο, ντυμένα με καταπράσινους κισσούς και πλουμισμένα με του κόσμου τα πουλιά.
Και σ’ ένα άπλωμα παρέκει, δίπλα σε μπαξέδες και περβόλια, να ξεπροβάλλει ένα δασάκι με καρυδιές και καστανιές, που μουρμουρίζουνε σκοπούς του ανέμου. Νεραϊδότοπος σωστός.
Σε μια γωνιά στο βάθος, να συμπληρώνει τη μαγεία της εικόνας ένα πετρόχτιστο βυζαντινό ξωκλήσι. Ισα που ξεχωρίζει στο ξέφωτο η ταπεινότητά του, ενταγμένο με αρμονία μες στο μεγαλείο του τοπίου.
Λες κι αυτός που το σχεδίασε να 'θελε να υποκλιθεί στο αιώνιο έργο της φύσης· σαν να επιθυμούσε να σταθεί γονυπετής ομπρός στη θεϊκή δημιουργία γύρω τριγύρω κι όχι να προσπαθήσει, με αυθάδεια κι αμετροέπεια, να δαμάσει την πλάση και να επιβληθεί σ’ αυτή.
Μπαίνω δειλά μέσα στο κατασκότεινο ξωκλήσι, αφιερωμένο στην Αγία Παρασκευή· μια νυχτερίδα, ενοχλημένη από την εισβολή, πετάριζε δεξιά κι αριστερά στην οροφή και απορούσε με τον παράξενο μουσαφίρη της, που έβλεπε τον κόσμο ανάποδα.
Και τι δεν θα 'χουν δει τα μάτια της Αγίας Παρασκευής, σκέφτομαι. Πέρασαν από 'δώ Βενετοί κι Οθωμανοί, πειρατές και πλιατσικολόγοι, φυγάδες και χαΐνηδες.
Ναζί με πολυβόλα και βομβαρδιστικά ισοπεδώσανε πρόσφατα το μέρος, κι όμως η χάρη της στέκει σχεδόν ανέγγιχτη μες στους αιώνες.
Σημάδι πως όσο πιστεύουμε στον εαυτό μας και στον τόπο μας, όταν κατέχουμε από πού ερχόμαστε, ποιοι είμαστε και πού πάμε, σαν είμαστε φτιαγμένοι από υλικά απλά και στέρεα, συμβατά με το είναι μας, φόβο δεν έχουμε κανένα κι ούτε μπορεί κανείς ν’ αγγίξει τον πυρήνα μας.
Εδώ και λίγες εβδομάδες, μεγάλη φασαρία γίνεται στην Κρήτη για το ενδεχόμενο φιλοξενίας δύο χιλιάδων προσφύγων στο νησί. Εμποροι και ξενοδόχοι, δήμαρχοι, πολιτευτές, βουλευτές, μεγαλοδημοσιογράφοι και λοιποί τοπικοί φορείς επιδίδονται σε επικριτικές ανακοινώσεις και ψηφίσματα διαμαρτυρίας.
Κι όσο κι αν είναι σεβαστή η αγωνία καθενός για το ψωμί του και τον ιδρώτα του, μάλλον στο συγκεκριμένο θέμα κοιτάει ο καθείς από αυτούς να καλύψει δικά του ελλείμματα και αστοχίες σε σχέση με τον τουριστικό σχεδιασμό και τα χρόνια προβλήματά του, φωνασκώντας τώρα ανέξοδα κι ανεύθυνα πάνω στα ελάσσονα, να δείξει τάχα ότι προασπίστηκε τα συμφέροντα του τόπου και του κλάδου.
Αδιάφορη μένει η Αγία Παρασκευή μου μπροστά σ’ ετούτη τη βαβούρα. Ξέρει πως οι φωνές θα σκεπαστούνε από την Ιστορία κι ότι τ’ ανθρώπινο ποτάμι θα κυλήσει, χωρίς εντέλει να μπορέσει κανείς να του σταθεί εμπόδιο.
Γιατί αυτό έκανε πάντα το ανθρώπινο ποτάμι· κυλούσε παρακάτω. Αλλοτε με γαλήνη και άλλοτε με βία, μεθοδευμένα ή χαοτικά.
Ξέρει η Αγία μου από ποτάμια, είναι χτισμένη δίπλα σε ένα. Ξέρει κι από ανθρώπους, διαβήκανε μιλιούνια από εμπρός της μες στους αιώνες, πολλών φυλών και θρησκευμάτων.
Αυτή όμως παρέμεινε ακλόνητη κι ανέγγιχτη, γιατί είχε γερά θεμέλια, αρμονία με τον τριγύρω κόσμο και πάντοτε πόρτες ανοιχτές στους ανήμπορους και τους κατατρεγμένους.
Πηγή www.efsyn.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου