Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

Το όπιο του λαού


Το 1843-44 ένας νεαρός Γερμανός φιλόσοφος έγραφε τα εξής:
""Η θρησκευτική αθλιότητα είναι ταυτόχρονα η έκφραση της πραγματικής αθλιότητας και η διαμαρτυρία ενάντια στην πραγματική αθλιότητα.
Η θρησκεία είναι ο στεναγμός του καταπιεσμένου δημιουργήματος, το θυμικό ενός άκαρδου κόσμου, όπως είναι το πνεύμα μη πνευματικών καταστάσεων. Είναι το όπιο του λαού.
Η άρση της θρησκείας ως της ψευδαισθησιακής ευτυχίας του λαού είναι η απαίτηση της πραγματικής ευτυχίας του. Η απαίτηση να εγκαταλειφθούν οι ψευδαισθήσεις μιας κατάστασης είναι η απαίτηση να εγκαταλειφθεί μια κατάσταση η οποία χρειάζεται τις ψευδαισθήσεις.
Η κριτική της θρησκείας είναι λοιπόν εν σπέρματι η κριτική της κοιλάδας των δακρύων, το ιερό επιφαινόμενο της οποίας είναι η θρησκεία.
Η κριτική καταμάδησε τα φανταστικά άνθη της αλυσίδας όχι για να ζεύεται ο άνθρωπος την άνευ φαντασίας και παρηγοριάς αλυσίδα, αλλά για να την αποτινάξει και να δρέψει το ζωντανό άνθος... (1)""
Ενάμισης με δύο αιώνες έχουν περάσει έκτοτε και, ιδίως τώρα, την εποχή της κρίσης, η θρησκεία εξακολουθεί να επιτελεί τη διττή αυτή λειτουργία.
Από τη μια, είναι μια παραπλανητική διέξοδος για την έκφραση των συναισθημάτων που προξενεί η πραγματική δυστυχία –παραπλανητική κατά το ότι παρέχει παροδική ανακούφιση, συγκαλύπτοντας ταυτόχρονα τις πραγματικές αιτίες της δυστυχίας των ανθρώπων.
Από την άλλη, όμως, αποτελεί όντως μια διαμαρτυρία εναντίον της πραγματικής δυστυχίας, έναν «στεναγμό του καταπιεσμένου δημιουργήματος», μια -εφήμερη και αποπροσανατολιστική έστω- ανάσα στην ασφυξία της σκληρής καθημερινότητας.
Οι καταληκτικές φράσεις του αποσπάσματος τα λένε όλα –παρέχουν δηλαδή τη λύση στο δίλημμα που θα συναντούσε μια αριστερή πολιτική δύναμη ως προς τη στάση της απέναντι στη θρησκεία.
Η (αριστερή) κριτική της θρησκείας δεν έχει σκοπό να στερήσει από τους ανθρώπους τη μοναδική τους παρηγοριά στον άδικο τούτο κόσμο, αλλά να συμβάλει στην αποτίναξη των δεσμών που ευθύνονται για την ανάγκη τους να προσφεύγουν σε τέτοιου είδους παρηγοριά.
Για να αποτινάξουν οι άνθρωποι τα δεσμά τους προαπαιτείται –μεταξύ άλλων, προφανώς- η κριτική της θρησκείας. Με άλλα λόγια, τούτη η κριτική είναι απαραίτητη προκειμένου οι άνθρωποι να συνειδητοποιήσουν τις πραγματικές συνθήκες της δυστυχίας τους.
Πράγμα που σημαίνει, με τη σειρά του, ότι η θρησκεία συσκοτίζει τις εν λόγω συνθήκες. Και τούτο το επιτυγχάνει με δύο εναλλακτικούς τρόπους –έναν «παθητικό» και έναν «ενεργητικό»- που αλληλοσυμπληρώνονται, ανάλογα με τις περιστάσεις.
Ο «παθητικός» τρόπος είναι η θεολογική παραλλαγή του νεοφιλελεύθερου ΤΙΝΑ («Δεν Υπάρχει Εναλλακτική»).
Η πίστη σε μια υπέρτατη και υπερφυσική δύναμη που ορίζει τα πάντα μειώνει σε τεράστιο βαθμό την ελπίδα στους ανθρώπους ότι μπορούν οι ίδιοι να αλλάξουν τα πράγματα –είτε όταν τα «πράγματα» είναι ένα τυραννικό καθεστώς είτε όταν πρόκειται για ένα πασιφανώς άδικο σύστημα όπως ο καπιταλισμός.
Ο «ενεργητικός» τρόπος συνίσταται στην κυριολεκτική δαιμονοποίηση ανθρώπων και φαινομένων που επιλέγονται ως υπαίτιοι της δυστυχίας μας. Ως γνωστόν, τα όρια της χριστιανικής αλληλεγγύης εξαντλούνται όταν έχουμε να κάνουμε με «όργανα του Διαβόλου» (κάτι που πίστευαν οι ναζιστές –και όχι μόνο– για τους Εβραίους).
Θρησκευτικές πεποιθήσεις λοιπόν (έστω στην «ακραία» τους αλλά καθόλου περιορισμένη εκδοχή) λειτουργούν ως «θεωρητικό» υπόβαθρο για συνωμοσιολογικές αναγωγές του παγκόσμιου καπιταλισμού στον «διεθνή σιωνισμό», καθώς και για ρατσιστικές αντιλήψεις που αποδίδουν ευθύνες για την εγχώρια δυστυχία σε αλλόθρησκους πρόσφυγες και μετανάστες.
Υπάρχει όμως και η άλλη όψη της θρησκείας, που είναι ότι όντως αποτελεί παρηγοριά. Είναι αλήθεια ότι, την εποχή που η επικυρίαρχη μορφή ψυχαγωγίας είναι η τηλεόραση και η συλλογικότητα των νέων (και όχι μόνο) διαμεσολαβείται κυρίως από το facebook, η θρησκεία εύκολα καθίσταται «το θυμικό ενός άκαρδου κόσμου».
Δεν είναι απλό στις μέρες μας να τα βάλει κανείς με τη θρησκεία και τον επίσημο φορέα της, δηλαδή την Εκκλησία.
Πριν από ενάμιση μήνα περίπου είχα αναφερθεί σε περιστατικά που μαρτυρούν και τους τρόπους με τους οποίους η Εκκλησία έχει «εκσυγχρονιστεί» ούτως ώστε να ενισχύσει σε τεράστιο βαθμό την ιδεολογική της αποτελεσματικότητα.
Μέχρι να μπορέσουν οι άνθρωποι να αποτινάξουν τις αλυσίδες του καπιταλισμού, η Αριστερά, ταυτόχρονα με την κριτική της θρησκείας, οφείλει να υποκαταστήσει κάπως την παρηγοριά που αυτή προσφέρει. Δύσκολη υπόθεση.
Με τα παραπάνω κοινοποιώ κάποιες σκέψεις που κάνω για να κατανοήσω την ατολμία που δείχνει η αριστερή κυβέρνηση στην προσπάθειά της να καταργήσει τον θεσμό της κατήχησης στα σχολεία.
(1) Karl Marx, Κείμενα από τη δεκαετία του 1840: Μια ανθολογία (επιλογή-μετάφραση: Θανάσης Γκιούρας), Αθήνα: ΚΨΜ, 2014, σ. 148.
* καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
Πηγή www.efsyn.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου