Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2016

«Στο εστιατόριο που τρων τα συνεργεία…»



Το εστιατόριο της γειτονιάς μου που τρων τα συνεργεία της περιοχής είναι γνωστό και ξακουστό σ’ όλη την Αθήνα για έναν ιδιαίτερο λόγο. Από Οκτώβρη μέχρι Μάη φτιάχνει μαγειρίτσα. Μαγειρίτσα σούπα, μυρωδάτη και αχνιστή, με ψιλοκομμένο άνηθο και άλλα υλικά -που προτιμώ να μην ξέρω- για να την τρώω πάντα με την ίδια λαχτάρα και όρεξη.
Ο Οκτώβρης μπήκε με απότομα σκαμπανεβάσματα του καιρού και τα συνηθισμένα συναχάκια. Λαχταρώ αυτές τις μέρες να ζήσω έναν πρώιμο χειμώνα, με πικέ κουβέρτα στα πόδια, ελπίζοντας πως θα βοηθήσει κι ο καιρός. Μια ψιλή βροχούλα, μια συννεφιά, που ταιριάζουν με τη βουλωμένη μύτη και τις κρυάδες.
Κάθε μέρα, όσοι γνωρίζουν «το εστιατόριο που τρων τα συνεργεία», έρχονται φουριόζοι, ελπίζοντας πως θα προλάβουν ένα πιάτο από τη λαχταριστή σούπα του Πάσχα. Αισθάνονται αληθινά τυχεροί, μια και πρόκειται για πραγματικό βάλσαμο.
Τα συνεργεία της περιοχής μαζεύονται εκεί κατά τις τέσσερις. Από τα άδεια βαθιά πιάτα στα τραπέζια καταλαβαίνω ότι έχει προηγηθεί σίγουρα σούπα μαζί με τα άλλα μαγειρευτά που καταφτάνουν.
Το διάλειμμα κρατάει μια ώρα. Οι παρέες χωρίζονται ανά ειδικότητα και συντεχνία. Θορυβώδη πειράγματα μεταξύ τους, παραπολιτικά των ημερών, ποδοσφαιρικές μεταγραφές, ανέκδοτα του επαγγέλματος, ανταλλάσσονται μεταξύ τους ανάμεσα σε γρήγορες πιρουνιές και χορταστικές μπουκιές.
Κάποιες στιγμές μόνο σωπαίνουν και αλληλοκοιτάζονται με ανδρική κατανόηση. Οταν η Σβέτα, η Ρωσίδα που κρατάει το ταμείο, αφήνει για λίγο το πόστο της και βοηθάει τους σερβιτόρους στο σερβίρισμα.
Και πώς να μην την κοιτάξει κανείς, που με τη χάρη και την ομορφιά μιας μπαλαρίνας «γλιστράει» γρήγορα και επιδέξια ανάμεσα στα τραπέζια. Παρότι φαίνεται να 'χει περάσει τα σαράντα, διατηρεί το εφηβικό κορμί της χορεύτριας που πάντα ήθελε να γίνει.
Ενα μεσημέρι μού εκμυστηρεύτηκε πως σπούδασε πολλά χρόνια κλασικό χορό, μα η μόνη δουλειά που βρήκε, στην Ιταλία και στην Ελλάδα, ήταν χορεύτρια σε μπαρ. Οταν ήρθε στην Αθήνα, αποφάσισε λοιπόν να κάνει μόνιμα τη βοηθό στην κουζίνα του εστιατορίου που τρων τα συνεργεία.
Εδώ και δυο χρόνια πήρε προαγωγή. Εγινε ταμίας. «Το αφεντικό με εμπιστεύεται», μου λέει καταχαρούμενη, «και ξέρεις κάτι;» μου ψιθυρίζει συνωμοτικά, «μ' αρέσει κι εμένα πολύ η μαγειρίτσα. Κάποιες μέρες, λέω στον Λευτέρη τον μάγειρα να μου κρατάει κι εμένα ένα πιάτο, κι όταν τελειώνω τη βάρδια κάθομαι σ’ ένα τραπέζι, την παίρνω μπροστά μου και της βάζω μπούκοβο από την πατρίδα μου.
Εχω πάντα λίγο φυλαγμένο. Θα σου βάλω κι εσένα όποτε θες». «Να μου βάλεις», της λέω. Πληρώνω, παίρνω το πακέτο μου και φεύγω.
Με τον ζεστό «θησαυρό» στα χέρια, ανεβαίνω τον δρόμο για να φτάσω σπίτι. Σκέφτομαι τη Σβέτα μπροστά στην αχνιστή μαγειρίτσα να βάζει μπούκοβο κι οι μυρωδιές από τον τόπο της να ξεχύνονται στην καθημερινή σάλα του εστιατορίου. Μυρωδιές από τα καλοκαιρινά καταπράσινα λιβάδια της πόλης της, του Ζαγκόρσκ, και των καμένων ξύλων στα τζάκια του χειμώνα.
Μυρωδιές από αχνιστές κατσαρόλες όταν χόρευε τη «Λίμνη των Κύκνων», μικρή, στην κουζίνα του σπιτιού της. Μα να που βρήκε έναν τρόπο να θυμάται. Να νιώθει πατρίδα της μια ξένη χώρα. Λίγο μπούκοβο ρώσικο μέσα σ’ ένα ελληνικό παραδοσιακό φαγητό.
Μια φορά, της είπα πως υπάρχει ένα ελληνικό τραγούδι που θα της ταίριαζε πολύ. «Αλήθεια;» με ρώτησε έκπληκτη. Είχα στον νου μου τους στίχους του Θοδωρή Γκόνη, με τη μουσική του Νίκου Ξυδάκη:
Στο εστιατόριο που τρων τα συνεργεία μπήκε το θέμα σου έτσι στ’ αστεία. Εφτά βοηθοί και τρεις μαστόροι, μαζί τους και οι σερβιτόροι, κι εσύ μαρσάρεις τα μποτάκια σου, σφυρίζεις με τα δυο χειλάκια σου, ανάβεις τη μικρή και τη μεγάλη σκάλα κι ούτε μας σκέφτεσαι μια στάλα…
Αύριο, να θυμηθώ να της το πω, είπα χαμογελώντας.
Πηγή www.efsyn.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου