Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

Οι ψηφίδες μιας ζωής σ’ ένα γιορτινό ντριν



Επτά χρόνια τώρα τον βλέπω κάθε πρωί στο απέναντι μπαλκόνι. Τρόπος του λέγειν πρωί. Ξυπνάω συνήθως κατά τις έντεκα -ας όψονται τα ανάποδα ωράρια της εφημερίδας-, ψήνω το καϊμακλίδικο «ναι και όχι» καφεδάκι μου, το τοποθετώ σχολαστικά στο μαρμάρινο τραπέζι και αράζω στην πολυθρόνα, αλλάζοντας ειδησεογραφικούς σταθμούς στο τρανζιστοράκι. Ευπροσήγορος και ευγενής ο συνονόματος γείτονας, με υποδέχεται πάντοτε με μια ζεστή «καλημέρα». Παλαιότερα συναντιόμαστε στον φούρνο ή το σουπερμάρκετ. Από τότε που πήρε σύνταξη λύνει μονίμως σταυρόλεξα, καπνίζοντας αρειμανίως. Εγώ σημειώνω σ’ ένα χαρτί τις γαργαλιστικότερες ατάκες της επικαιρότητας, προετοιμάζοντας το κείμενό μου.
Υποσυνείδητα το μολύβι που βαστάμε κι οι δυο, μας παγιδεύει σ’ έναν ιστό συνενοχής. Διαβάζει την «Εφ.Συν.» ανελλιπώς απ’ το πρώτο φύλλο για χατίρι μου, όπως λέει, και ασκεί καλοπροαίρετη αλλά σκληρή κριτική για την παρουσίαση ορισμένων θεμάτων. Θεωρεί θετική την υποστήριξη που παρέχουμε στην κυβέρνηση, φρονεί όμως ότι φορές φορές το παρακάνουμε. Εννοείται πως κρίνει αυστηρά, πλην εποικοδομητικά και τον «Μετέωρο». Απολαμβάνει, νομίζω, περισσότερο απ’ όλη την ύλη, τα οριζοντίως και καθέτως του Βαγγέλη Καμάρη. «Προχωρημένο σταυρόλεξο» παρατηρεί κατά καιρούς. «Μου βγάζει την ψυχή κάθε μέρα, αλλά χαλάλι. “Με το έξω έρχεται από μακριά” σε παραπλανεί ο ορισμός κι η απάντηση είναι “γήινος”» υπογραμμίζει γελώντας.
Χαρμόσυνη μέρα η προχθεσινή. Εορταστική και ηλιόλουστη. Ανταλλάξαμε ειλικρινείς ευχές επί τη ονομαστική μας και καθίσαμε ο καθένας στο πόστο του, ώσπου άρχισαν να χτυπούν τα τηλέφωνα. Μια του ενός, μια του άλλου και οσημέραι αμφότερα ταυτοχρόνως. Δεχόμασταν τα «χρόνια πολλά» από προσφιλή πρόσωπα και ανταποδίδαμε ευδιάθετα. Θέλοντας και μη ακούγαμε τις συνδιαλέξεις μας, σαν σε ανοιχτή ακρόαση. Από ένα σημείο και έπειτα καταντούσαν εντελώς συμβατικές, σχεδόν πανομοιότυπες. Είναι παράξενο, ευχάριστο και αμήχανο μαζί, αυτό που συμβαίνει στις γιορτές. Σε καλούν παιδικοί φίλοι και φιλενάδες απ’ το χωριό, συμμαθητές και συμμαθήτριες απ’ το Γυμνάσιο, σύντροφοι των φοιτητικών χρόνων στις διεκδικήσεις και τις κραιπάλες, ξεθυμασμένοι έρωτες με μια νοσταλγική επίγευση στον ουρανίσκο.
Εξάδελφοι και εξαδέλφες, θειάδες, μπαρμπάδες και σύσσωμο το συγγενολόι. Αλλά και νέοι γνώριμοι, άτομα τα οποία σφραγίζουν τη ζωή σου, που απλώνεται αίφνης μπροστά σου σαν ένα παζλ, πνευματικό και συναισθηματικό παιχνίδι που οριοθετούν φράσεις, εικόνες, σχήματα και δυσεπίλυτοι γρίφοι, παρόμοιοι με του Καμάρη. Κάθε τηλεφώνημα και μια ψηφίδα. Κλείνει και ανοίγει εκκρεμότητες. Μιλούσε προχωρώντας πάνω-κάτω στη βεράντα ο κυρ Δημήτρης. Σήκωνε το κινητό και κουδούνιζε το σταθερό. Μια απ’ τα ίδια κι εγώ αντίκρυ. Κοιταζόμαστε με συγκατάβαση και ανάμεικτη φόρτιση.
Στον βρόντο πήγαινε τόσο λακριντί, σου σου σου και πίτσι πίτσι απ’ το απόγευμα κι ύστερα. Αποκαμωμένοι κι οι δυο, δεν προλαβαίναμε να ανεβοκατεβάζουμε το ακουστικό. «Ωραίο είν’ όλο αυτό» μου κάνει ο γείτονας σε κάποιο ολιγόλεπτο διάλειμμα. «Μόνο που θα ’πρεπε να γράφουμε κάπου τους εορτάζοντες και να τηλεφωνούμε προ ή κατόπιν εορτής. Σε δυο-τρεις τη μέρα. Να μιλάμε με την ησυχία μας, βρε αδελφέ, να αποκτά νόημα η κουβέντα». -«Και να μη μένουμε στα παλιά, να προγραμματίζουμε νέα πράγματα, να επεκτείνουμε το παζλ» συμπλήρωσα. Πρόλαβε ίσα ίσα να επιδοκιμάσει προτού σημάνει ξανά το τηλέφωνο.
Πηγή www.efsyn.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου