Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2017

Μια Κροάτισσα σε ελληνικό καφενείο


EUROKINISSI / ΧΑΣΙΑΛΗΣ ΒΑΪΟΣ

Λόγω πολυκοσμίας στο καφενείο βρισκόμαστε στα ίδια τραπέζια με μερικούς αγνώστους. Τσουγκρίζουμε τα ποτήρια μας και σιγά σιγά αρχίζουμε να ανταλλάσσουμε αναγνωριστικές κουβέντες. Μια νεαρή, ακριβώς απέναντί μου, παραμένει εντούτοις σιωπηλή - υπολογίζω να έχει την ηλικία της μεγάλης μου κόρης.
«Ντροπή σου» μου λέει ο Νάκος, που κάθεται στην άλλη άλλη άκρη του τραπεζιού, «μίλα, χριστιανέ μου, στην κοπέλα, χάρισέ της δυο λόγια να αρχίσει να συμμετέχει». Εχει δίκιο. Μαθαίνω γρήγορα ότι είναι από την Κροατία και έχει βρεθεί συμπτωματικά πώς στην Αθήνα. Μένει στα Εξάρχεια, μόλις πενήντα μέτρα μακριά από το καφενείο.
Παγώνω προς στιγμήν· ε, άμα ακούς Κροατία, το μυαλό σου πάει, θες-δε θες, στους Ουστάσι, τους φανατικούς αυτούς καθολικούς που συνέστησαν μια φασιστική, σούπερ εθνικιστική τρομοκρατική οργάνωση (συνεργάτες των Ιταλών φασιστών και των Γερμανών ναζιστών) και δολοφόνησαν εκατοντάδες χιλιάδες Σέρβους, Εβραίους, Τσιγγάνους κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Σ' αυτούς που κραύγαζαν για μια Μεγάλη Κροατία και επιδίωκαν τη φυλετική καθαρότητα μέσω μιας γενοκτονίας των Σέρβων.
«Τι σε φέρνει στην Ελλάδα, εσένα, μια Μεσευρωπαία;» ρωτάω σαν ηλίθιος, αφού πρόλαβα να ενημερωθώ ότι δεν έπεσα έξω στην ηλικία της. Δίπλα μας τρεις-τέσσερις καλλίφωνοι νεαροί με τα μπουζούκια και τις κιθάρες τους έχουν ξεκινήσει γλυκό γλέντι άδοντας υπέροχα παλιά ρεμπέτικα - ξεχωρίζει η φωνή μιας πανέμορφης 19χρονης που όλοι τη φωνάζουν Αρετή. (Πότε, αλήθεια, προλαβαίνουν και τα μαθαίνουν, έτσι βαθιά μάλιστα;).
Αλλάζουν αίφνης τα χαρακτηριστικά του προσώπου της νεαρής Κροάτισσας· δεύτερο κύμα πάγου επιτίθεται στα σωθικά· το φως της νιότης καλύπτεται από μια σκιά θυμού.
«Εμείς είμαστε μεσογειακός λαός» μου απαντά, με ελαφρά επιθετικό τόνο στη φωνή της, «πρώτον, και δεύτερον, δεν ξέρω, ίσως να 'ναι το πεπρωμένο που με οδήγησε ώς την πανέμορφη τούτη χώρα, που, ομολογώ, ντρέπομαι που το λέω, επισκέπτομαι για πρώτη φορά». Αρχίζει να 'χει ενδιαφέρον το γίγνεσθαι...
«Τι δουλειά έχουμε εμείς με τους ξεροκέφαλους, άνυδρους και βαρύθυμους Γερμανούς και Ολλανδούς; Οι άνθρωποι δεν τραγουδάνε, δεν ανοίγουν τον εαυτό τους, περπατούν σαν κουρντισμένοι.
»Εμείς είμαστε όλο ήλιο, κρασί, ελιές και ωραίες παραλίες. Από τη μικρή μου πείρα τολμώ να πω ότι είστε ο καλύτερος ίσως προορισμός για επίσκεψη αυτή τη στιγμή». Στο μεταξύ οι πιο πολλοί έχουν αρχίσει να σιγοτραγουδάνε στους ρυθμούς της μουσικής που παίζουν δίπλα μας οι νεαροί...
Εκπληκτη η νεαρή (η Μάγια) παρακολουθεί με δέος τους μουσικούς και την ομήγυρη - «δεν μπορεί να μου συμβαίνει κάτι τέτοιο», μονολογεί σχεδόν, «και είναι η μόλις τρίτη μου μέρα στην Ελλάδα. Ακουσα μουσική και μπήκα... στον παράδεισο. Δεν ξέρω βέβαια πόσο ακριβά θα μου στοιχίσει αλλά έχω ενθουσιαστεί».
Την πληροφορώ ότι τα παιδιά παίζουν αφιλοκερδώς, κοινώς κάνουν το κέφι τους· διασκεδάζουν και με την ευκαιρία διασκεδάζουμε μαζί τους. Αυτή η πληροφορία την κλονίζει. «Εμείς για να "πετύχουμε" κάτι τέτοιο πρέπει να κάνουμε αίτηση στο κράτος να εγκρίνει (εάν...), να συμφωνήσει και ο ιδιοκτήτης του κέντρου, να πληρώσουμε πανάκριβα και βλέπουμε.
Ετσι κανείς δεν ασχολείται με τέτοια πράγματα». «Εχετε προφανώς χάσει το αίσθημα της κοινότητας» της λέω. Διαβάζει με πάθος ελληνική φιλοσοφία.
Πηγή www.efsyn.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου