Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

«Μούτερ, χελπ»


Τι μ’ έπιασε και ξεφύλλισα χθες μαύρες σελίδες της Κατοχής, αναρωτιέστε κάμποσοι μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Παρουσίασα απλούστατα το εξαιρετικό πόνημα του Γιάννη Μαντίδη «Σοφίκα Τοπάλη, Θηλιά στη μνήμη», εκδόσεις Historia (2016), που το ρούφηξα σ’ ένα βράδυ με μια ανάσα. Ο καθηλωτικός πυρήνας του θέματος, ήγουν ο απαγχονισμός τριών γυναικών από Γερμανούς κατακτητές και ντόπιους συνεργάτες τους στα Κάτω Λεχώνια Μαγνησίας, στις 7 Ιουλίου 1944, δεν εμποδίζει τον συγγραφέα να εμβαθύνει στην κοινωνική ιδιοσυστασία και τη λαογραφία του τόπου.
Αγνωστα ντοκουμέντα, επιστολές, παλιές φωτογραφίες και δεκάδες μαρτυρίες των πρωταγωνιστών συνθέτουν το εναργές ψηφιδωτό μιας ολόκληρης εποχής με πανταχού παρούσα την απαράμιλλη φύση του Πηλίου, στην οποία ο Μαντίδης αποδίδει διαρκώς σπονδές, που κάνουν και τον πιο δύστροπο αναγνώστη να την ερωτευτεί. Παρεμπιπτόντως θα αναφερθώ σε δύο περιστατικά που δεν χώρεσαν στο χθεσινό σημείωμα. Την Πρωτομαγιά του ’44 ναζί και εασαδίτες (ΕΑΣΑΔ - Εθνικός Αγροτικός Σύνδεσμος Αντικομμουνιστικής Δράσεως) συλλαμβάνουν σαράντα πατριώτες, μεταξύ τους δώδεκα Λεχωνίτες, τους οποίους κρεμούν στις 31 του μηνός στον σιδηροδρομικό σταθμό Ορμάν Μαγούλα· Δασόλοφος Φαρσάλων μετονομάστηκε.
Με τη στυγνή δολοφονία των Τοπάλαινων, μάνας και κόρης, και της Καλαβρού, το ποτήρι της αγανάκτησης ξεχειλίζει. Ο πληθυσμός αξιώνει εκδίκηση. Ο ΕΛΑΣ Πηλίου αναλαμβάνει το παράτολμο εγχείρημα. Τα μεσάνυχτα της 9ης Ιουλίου οι αντάρτες ανατινάζουν δυο σπίτια στα Κάτω Λεχώνια, επιταγμένα από τους Γερμανούς, που ανυποψίαστοι διασκεδάζουν με μπίρες και ακορντεόν. Πενήντα απ’ αυτούς καίγονται σαν τα ποντίκια κι όσοι «τραυματισμένοι φωνάζοντας "μάμα, μούτερ, χελπ" πηδούν απ’ τα παράθυρα του επάνω πατώματος για να σωθούν, βρίσκονται το πρωί καρφωμένοι στα σιδερένια κάγκελα του φράχτη». Κατά παράδοξο τρόπο δεν υπάρχουν αντίποινα.
Ανάμεσα στις αγαπημένες φιλενάδες της Σοφίκας Τοπάλη ξεχωρίζουν η Φρούτα και η Κατίνα Σαράφη. Τις περιηγήσεις τους στο βουνό των Κενταύρων διασώζει ο Στράτης Μυριβήλης: «Οι νεράιδες δεν άφησαν ποτές το Πήλιο. Εκεί στα Κάτω Λεχώνια με υποδέχτηκαν τρεις απ’ τις πενήντα κόρες του Νηρέα. Ξεπρόβαλαν μέσα από ένα χτήμα, όλο πορτοκαλιές, και οι χρυσοί καρποί των δέντρων έτρεμαν πάνω από την πλούσια κόμη. Ετρεμαν στον κόρφο τους κι άλλοι, ακόμα πιο χυμώδεις. Η κάθε μια ήταν πιο όμορφη από την άλλη, όμως η μια τους είχε το πιο μουσικό, το πιο ξωτικό όνομα. Και τα πιο φωτεινά μάτια. Η Φρούτα! Μόνο στο Πήλιο μπορούσε να μεταπλαστεί έτσι το όνομα Αφροδίτη».
Με το συμπάθιο, αλλά διακρίνω εμφανή κοινά στον αφανισμό της Σοφίκας Τοπάλη και της Ελένης Παπαδάκη, για την οποία έγραφα τις άλλες: Επρόκειτο για γυναίκες, αστές, κοντοσυνομήλικες, εξαιρετικά μορφωμένες, πολύγλωσσες, με σημαντικό έργο για το σύνολο, που, στο ζενίθ της νιότης τους, είχαν κι άλλα πολλά να προσφέρουν. Οι δήμιοί τους κινούνταν στον αντίποδα. Ο καπετάν Ορέστης ελεγχόταν για συλλήψεις ακόμα και φίλα προσκείμενων στο ΕΑΜ μόνο και μόνο για να τους αποσπά χρήματα και τιμαλφή. Στο σπίτι της ηθοποιού γύρευε εις μάτην τα αμύθητης αξίας υποτιθέμενα δώρα του Ράλλη. Κάθισε στο σκαμνί ανταρτοδικείου, σαν πράκτορας της Ιντέλιτζενς Σέρβις και εκτελέστηκε στην πλατεία Κολιάτσου. Αυτά ως απάντηση στον κουρνιαχτό που σήκωσαν όψιμοι απολογητές της ΟΠΛΑ.
Πηγή www.efsyn.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου