Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

Το Κίνημα ΙΙ


Φαντασίες ενός παιδιού στα χρόνια της χούντας άρχισα να τσαμπουνάω από χθες. Βιώματα ανεξίτηλα χαραγμένα στη μνήμη. Δέσμιός τους λοιπόν εσαεί, συνεχίζω. Φόβος: πέντε γράμματα –ιδανική ακροστιχίδα– σκιαγραφούν αδρά κι αναπόδραστα την επάρατη εποχή· τη διαποτίζουν απ’ άκρου εις άκρον. Οι μεγάλοι κουβεντιάζουν κρυφά απ’ τους μικρούς. Μασούν τις συλλαβές και, καθώς πλησιάζεις, τις καταπίνουν βιαστικά, αλλάζοντας τάχα μου θέμα. Διαπεραστικοί ψίθυροι, που τρυπούν τα τύμπανα και πληγώνουν την ψυχή. Τραυματικό να βλέπεις τα πρότυπά σου να τρέμουν μπροστά σου ακόμα και να μιλήσουν.
Οι ένοχες λέξεις «κουμμουνισμός», «δικτακτορία» ορθώνονται σαν ταμπού και συνήθως εκφέρονται λάθος –τυχαίο;–, όπως και το «ιαχωβάς». Ελαχίστως ανεκτική η κοινωνία, δυστροπεί απέναντι στο διαφορετικό και το παρεκκλίνον. Παλιοί εαμίτες οι γονείς κολλητού μου, εκφράζονται ελεύθερα στο σπίτι, ώσπου ο δάσκαλος καλεί τον πατέρα του. «Προσέξτε τι λέτε παρουσία του παιδιού. Τα επαναλαμβάνει στο σχολείο κι ίσως βρείτε κανέναν μπελά». Πρόκειται προφανώς για δημοκράτη εκπαιδευτικό. Αλλος στη θέση του θα τους είχε καταδώσει.
Βουβαίνεται έκτοτε το φιλαράκι. Τσιμουδιά δημοσίως. Τα συζητάμε, ωστόσο, μεταξύ μας μπας και βγει άκρη. Με την αδελφή μου κάνουμε αιματηρές οικονομίες από το γλίσχρο χαρτζιλίκι μας να πάρουμε πικάπ. Εν τω μεταξύ αγοράζουμε δίσκους. Ρένα Κουμιώτη, Μιχάλη Βιολάρη, Δάκη, Τέρη Χρυσό, αλλά και Χατζή, Σπανό και την «Επιστροφή» του Χατζιδάκι. Φόλα καζαντζιδικός ο θείος Βασίλης, μας προμηθεύει βινύλια αφειδώς. Ανάμεσά τους ένα «σαρανταπεντάρι» με τη φωνή του Στέλιου φυσικά. Στη μια φάτσα έχει το «Βράχο βράχο τον καημό μου» και στην από πίσω το «Παράπονο». «Καράβι ποιος σε κέντησε, ποιος σου ’βαψε τα ξάρτια», αν θυμάστε. Το βάζω διαρκώς, μόλις αποκτούμε το πολυπόθητο ηλεκτρομαγνητικό μαραφέτι. «Αυτά είναι τραγούδια», με επιβραβεύει ανύποπτη η μάνα μου. «Οχι σαν τις άλλες σαχλαμάρες που γρατζουνίζετε μέρα-νύχτα». Κάποιος γείτονας την προειδοποιεί διακριτικά: «Πείτε στον Δημητράκη να βάζει πιο σιγά τον Θεοδωράκη. Θα σας χαρακτηρίσουν».
Ολοφύρεται η δόλια εις ώτα κωφεύοντα. Στα ανελεύθερα καθεστώτα δεν ξέρεις από πού να φυλαχτείς. Δεν χωράει ο νους μου το οξύμωρο «απαγορευμένα τραγούδια». Τα ακούμε ενίοτε, μολαταύτα, με ερμητικά κλεισμένα τα σκούρα. Σιγή ασυρμάτου παντού. Οι κραυγές από τα κολαστήρια της Μπουμπουλίνας και του ΕΑΤ-ΕΣΑ δεν φτάνουν στο Γαλάτσι, το οποίο δονείται από τις ιαχές των γηπέδων. Ποδοσφαιρική φρενίτις καταλαμβάνει τη χώρα. Τα «Ελληνικά Επίκαιρα» στους κινηματογράφους και κατόπιν η τηλεόραση εστιάζουν στα ντέρμπι.
Σώβρακα και φανέλες εισβάλλουν στα σπίτια μας. Οι κεφαλιές του Παπαϊωάννου, οι πάσες του Δομάζου και οι εφορμήσεις του Σιδέρη αποπροσανατολίζουν τα πλήθη. Προφέρουν το Γουέμπλεϊ λονδρέζικα ώς κι οι γιαγιάδες. Ερασιτεχνικά σωματεία ιδρύονται με καταιγιστικούς ρυθμούς. Δίνουν τα διαπιστευτήριά τους στον Ασλανίδη διάφορα εξαπτέρυγα των συνταγματαρχών και βγάζουν στα πόδια φτερά. Η Γενική Γραμματεία Αθλητισμού παρέχει απεριόριστο υλικό. Εμφανίσεις, επιγονατίδες, μπάλες. Η δουλειά μας να γίνεται. Με την ομάδα της περιοχής, τους αγώνες της οποίας παρακολουθούμε ανελλιπώς –παίζουν, βλέπεις, τα μεγαλύτερα γειτονόπουλα –, δεν προλαβαίνεις να ταυτιστείς. Αλλάζει χρώματα κάθε χρονιά· και ονόματα. Γαλανόλευκα τη μια με αστέρι στο στήθος, κοκκινόμαυρα την άλλη με σήμα έναν κούρο. Οι παράγοντες στον πάγκο με πούρο. Βολοδέρνουν στις χαμηλές κατηγορίες και εφοδιάζονται δωρεάν με τα περισσεύματα της αποθήκης. (Συνεχίζεται)
Πηγή www.efsyn.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου