Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

Νικ δε Γκρικ

ΡήγαςEUROKINISSI/ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Ράβε-ξήλωνε οι εθνοσωτήρες μας με το ΔΝΤ και τους ρέστους θεσμούς κάθε τόσο, μας φοράνε όλο και πιο στενά κοστουμάκια που μας ζορίζουν στον καβάλο και τις μασχάλες και μας σφίγγουν τη θηλιά στον λαιμό. Πειραματόζωα κανονικά μας έχουν καταντήσει και τζογάρουν διαρκώς στις αντοχές μας, παριστάνοντας κι από πάνω τους επαναστάτες –τρομάρα τους. Σαν σήμερα στα 1903, επί τη ευκαιρία, γεννιέται στην Αδριανούπολη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ο κομμουνιστής ηγέτης Ζαχαριάδης.
Η στήλη, ωστόσο, επιλέγει να ασχοληθεί μ’ έναν άλλο Ελληνα διεθνούς ακτινοβολίας, συνονόματο με τον αμφιλεγόμενο σταλινικό, που πρωτοβλέπει το φως είκοσι χρόνια νωρίτερα την ίδια μέρα στο Ρέθυμνο, όχι τόσο για την ιδεολογική του συγγένεια με την κυβερνώσα Αριστερά όσο για τα κοινά χούγια τους. Γόνος εύπορης οικογένειας, ο Νίκος Δάνδολος σπουδάζει φιλοσοφία στο «Ελληνικό Ευαγγελικό Κολέγιο» της Σμύρνης. Κατόπιν ο εφοπλιστής νονός του τον στέλνει στην Αμερική να ειδικευτεί στις επιχειρήσεις.
Για διαφορετικές δόξες είναι πλασμένος όμως ο Νικ δε Γκρικ, διότι περί αυτού πρόκειται, που μεγαλουργεί στα άλογα, τα ζάρια, τη ρουλέτα και τα χαρτιά. Το όνομά του γίνεται θρύλος. Χάνει και κερδίζει με απαράμιλλη στωικότητα. Ρεσταρισμένος κάποια βραδιά σε καζίνο του Λας Βέγκας, αποτραβιέται σε μια γωνιά διαβάζοντας τον «Κρίτωνα» του Πλάτωνα. «Στην αρχαία φιλοσοφία βρίσκεις γνώση, γαλήνη της ψυχής, διεξόδους και ισορροπία» συνηθίζει να λέει.
Αποκτά σπουδαίους θαυμαστές. Ανάμεσά τους ο Σινάτρα, ο Ωνάσης, ο Αϊνστάιν, Φαρούκ, ο Σαβάλας, ο νομπελίστας φυσικός Φάινμαν, παραγωγοί και σταρ του Χόλιγουντ και αρχιμαφιόζοι. Πεθαίνει πάμφτωχος τα Χριστούγεννα του 1966. Οι μαικήνες φίλοι του τού κάνουν πριγκιπική κηδεία. Χαραγμένος στο χρυσό φέρετρο ο Ρήγας σπαθί. Η πρωτοδεύτερη φορά Αριστερά αδυνατεί, ασφαλώς, να συναγωνιστεί τις επιδόσεις και την αξιοπρέπειά του. Μοιάζει με τον χαρτοκλέφτη Τζον τον Αμερικάνο που μνημονεύει ο Νίκος Τσιφόρος στα «Παιδιά της Πιάτσας».
Στα μεγάλα ξενοδοχεία πήγαινε μιαν εποχή κι έπαιζε πόκα με ξένους. Ποιος ξένος αφελής μπορούσε να γλυτώση από τούτο το θερίο που μέσα στην παλάμη του –τεράστια– έπιανε ένα εφτάρι και στο μετέτρεπε όσο να πης κρεμμύδι σε άσσο; Κονόμαγε ο Τζων, μέχρι τις δύο-τρεις το πρωί, έφευγε τζέντλεμαν με το μπαστουνάκι του και το χαμόγελό του, πάντα ευπατρίδης και μόλις τα ’πιανε... τράβαγε οδός Αθηνάς να παίξη πασσέτα και ζάρι. Κι’ επειδή η μαγκιά τον ήξερε καλά και δεν τον άφηνε να πιάση στα χέρια του μήτε ζάρι, μήτε χαρτί [...] το πρωί έφευγε στεγνός, μέχρι που δεν είχε μήτε για καφέ.
Πηγή www.efsyn.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου