Τετάρτη, 10 Μαΐου 2017

Ο Μακρόν εκλέχθηκε (κατ’ ανάγκην), το πρόβλημα παραμένει ακέραιο

Γαλλικές εκλογές, οπαδοί της Λεπέν EPA / IAN LANGSDON

Κάποιοι έδειχναν να βολεύονται με τη δεύτερη θέση της Μαρίν Λεπέν στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών στη Γαλλία.
Τώρα φαίνονται ικανοποιημένοι επειδή πήρε μόνο το 33,9% των ψήφων στον δεύτερο γύρο (αρκετά κάτω από το 40% που περίμεναν) ύστερα από μια τρομακτική καμπάνια στην οποία αποκάλυψε ποια πραγματικά είναι, μια άξια κόρη του πατέρα της.
Παρά την εύθραυστη νίκη του Εμανουέλ Μακρόν λόγω της αυξημένης αποχής και της λευκής ψήφου, υπάρχουν πραγματικοί λόγοι για να χαιρόμαστε;
Ξεχνάμε ότι η υποψήφια του Εθνικού Μετώπου (FN) συγκέντρωσε 10,6 εκατομμύρια ψήφους, δηλαδή τρία εκατομμύρια περισσότερες από τον πρώτο γύρο και περίπου τις διπλάσιες από τον Ζαν-Μαρί Λεπέν το 2002, ο οποίος βρισκόταν σε σχεδόν μηδενικά εκλογικά επίπεδα το 1981 με την άφιξη του Φρανσουά Μιτεράν στην εξουσία.
Ξεχνάμε ότι πρόκειται συνήθως όχι για νοσταλγούς του ναζισμού ή μαθητευόμενους φασίστες, αλλά για πολίτες που ανήκουν στην πλειονότητά τους στη Γαλλία των ξεχασμένων. 
Ξεχνάμε ότι η Μαρίν Λεπέν πέτυχε το υψηλότερο ιστορικά σκορ για έναν υποψήφιο της Aκρας Δεξιάς έχοντας απέναντί της τους πάντες.
Αντί να τρίβουμε τα μάτια μας, να κρύβουμε το κεφάλι μας στην άμμο και να βουλώνουμε τα αυτιά μας, ας παραδεχτούμε ότι σπάνια έχουμε δει μια χώρα τόσο διαιρεμένη ανάμεσα στους πάνω και τους κάτω, ανάμεσα στη Γαλλία που δίνει τον τόνο κι εκείνη που νιώθει πως δεν έχει πια φωνή.
Αν δεν έχει θολώσει το μυαλό μας από τον ερχομό του καλοκαιριού, είναι δύσκολο να μη συνειδητοποιήσουμε ότι η ταξική αντιπολίτευση, με την κυριολεκτική έννοια του όρου, εκφράζεται στην πιο ωμή μορφή της, κυρίως αν λάβουμε υπόψη όσους απείχαν ή ψήφισαν λευκό. Δεν έχουμε να κάνουμε με ρήγμα, αλλά με βάραθρο.
Γαλλία εκλογές, Μαριν Λεπέν
Η κατάσταση αυτή θέτει ένα ερώτημα: τι είναι αυτό που τοποθέτησε τη Μαρίν Λεπέν στο επίκεντρο του πολιτικού παιχνιδιού;
Θα πρέπει αναγκαστικά να αναρωτηθούμε πώς κατόρθωσε η Aριστερά να χάσει τον λαό μέσα σε τρεις δεκαετίες.
Δεν θα κατανοήσουμε αυτό το φαινόμενο αν δεν λάβουμε υπόψη την ιδεολογική ομαλοποίηση που έθεσε σε εφαρμογή το Σοσιαλιστικό Κόμμα από το 1983 και μετά στο πλαίσιο αυτού που ονομάστηκε «επιστροφή προς τη λιτότητα».
Ενώ η άνοδος της Aριστεράς στην εξουσία ξεκίνησε με το σχέδιο για έναν νέο οικονομικό προσανατολισμό που βασιζόταν στις εθνικοποιήσεις και την τόνωση της κατανάλωσης, η κυβέρνηση Μορουά και εν συνεχεία Λοράν Φαμπιούς παραδόθηκαν στην «εξουσία του χρήματος», όπως έλεγε ο Φρανσουά Μιτεράν την εποχή που ονειρευόταν ακόμα να «αλλάξει τη ζωή».
Mέσα σε λίγους μήνες, κάτω από την πίεση των ακραίων της ανερχόμενης παγκοσμιοποίησης και των γενίτσαρων της Ευρώπης του χρήματος, η γαλλική Aριστερά επανήλθε στην τάξη.
Δεν θα πρέπει να λησμονούμε ποτέ ότι ο πρώτος νόμος περί τραπεζών στον κόσμο, ο οποίος έβαλε τέλος στον διαχωρισμό ανάμεσα σε επιχειρηματικές και αποταμιευτικές τράπεζες και εγκαινιάστηκε για να φρενάρει την κερδοσκοπία, ψηφίστηκε στις 24 Ιανουαρίου 1984.
Το 1986 ακολούθησε ο νόμος Μπερεγκοβουά (από το όνομα του τότε υπουργού Οικονομίας) για τη γενικευμένη χρηματοπιστωτική απορρύθμιση, κατόπιν η άρση του ελέγχου συναλλαγών το 1988, πριν από μια σημαντική πτώση της φορολογίας του κεφαλαίου, χωρίς να παραλείπουμε το κερασάκι στην τούρτα με το κατά περίπτωση φορολογικό καθεστώς για τα stock-options που εξέδωσε το 1998 κάποιος Ντομινίκ Στρος-Καν, υπουργός Οικονομικών.
Οι αγορές θα πρέπει να ευγνωμονούν για πάντα την αποτελεσματική δουλειά του Σοσιαλιστικού Κόμματος στην οποία συνετέλεσε και ο τότε πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζακ Ντελόρ.
Χάρη σε ένα από τα παράξενα γυρίσματα της Ιστορίας, θα πρέπει να περιμένουμε την άφιξη της Αριστεράς στην ανώτατη εξουσία για να ολοκληρώσει το «εχθρικό χρηματοπιστωτικό σύστημα» την κυριαρχία του επί της κοινωνίας αποκόπτοντας μια για πάντα την Αριστερά από τη λαϊκή της βάση.
Το μόνο που θα πετύχει η παρένθεση Ολάντ θα είναι να εντείνει αυτή την εξέλιξη, καθώς ο πρόεδρος θα εκλεγεί με μια υπόσχεση (να παλέψει κατά του «εχθρικού χρηματοπιστωτικού συστήματος») την οποία ξέχασε μετά την εκλογή του.
Σε αυτή την πραγματικότητα πάτησε και επεκτάθηκε το Εθνικό Μέτωπο, εκμεταλλευόμενο την απόρριψη, την ασυνεννοησία και την απογοήτευση που γεννούσε.
Η ένταξη της Γαλλίας με βήμα ταχύ στο μεγάλο παιχνίδι της παγκοσμιοποίησης εξέθρεψε ταυτόχρονα την απόρριψη για την Ευρώπη, τον φόβο του ανταγωνισμού με την εισαγωγή του κοινωνικού ντάμπινγκ και την ανησυχία που τροφοδοτεί η ανεξέλεγκτη μετανάστευση. Οταν η κοινωνική ανασφάλεια προστίθεται στην πολιτισμική ανασφάλεια, το μείγμα γίνεται εκρηκτικό.
Ομως οι ελίτ αρνούνται να κοιτάξουν κατάματα αυτή την πραγματικότητα, πόσο μάλλον να την υπολογίσουν.
Οπως είπε ο φιλόσοφος Μισέλ Ονφρέ σε συνέντευξή του στη Figaro: «Δεν έχουμε καταπολεμήσει τίποτα από όλα εκείνα που μας έδωσαν τη Μαρίν Λεπέν».
Δεν προκαλεί λοιπόν έκπληξη το γεγονός ότι οι εκκλήσεις για φραγή απέναντι στο Εθνικό Μέτωπο εισακούγονται όλο και λιγότερο με το πέρασμα του χρόνου.
Τι νόημα έχει να καλείς σε κινητοποίηση κατά της Ακρας Δεξιάς, αν πρόκειται να εφαρμόσεις την πολιτική που της στρώνει το έδαφος;
Δεν μπορούμε να αναφερόμαστε εσαεί στην περίπτωση του 2002, όταν οι ψηφοφόροι ψήφισαν μαζικά τον Ζακ Σιράκ για να κλείσουν τον δρόμο στον πατέρα Λεπέν, χωρίς να αλλάζουμε τίποτα έκτοτε.
Το Εθνικό Μέτωπο, με την απώθηση που προκαλεί, έχει γίνει το ιδανικό φόβητρο των ισχυρών.
Στον πρώτο γύρο αυτός ο διαβολικός μηχανισμός αναχαιτίστηκε εν μέρει χάρη στην επιτυχία του Ζαν-Λικ Μελανσόν.
Ο υποψήφιος των Ανυπότακτων αποτέλεσε τον άλλο αντιπροσωπευτικό πόλο της Γαλλίας των από κάτω.
Αν η Μαρίν Λεπέν δεν ήρθε πρώτη στον πρώτο γύρο, αν άρχισε να χάνει δυνάμεις στις λαϊκές συνοικίες, αυτό το οφείλουμε στον Ζαν-Λικ Μελανσόν.
Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η Ανυπότακτη Γαλλία κατόρθωσε να δώσει αξιοπρέπεια και αυτοπεποίθηση σε μισθωτούς που τους έχει τσακίσει η αγωνία, σε ταπεινούς και ανήσυχους ανθρώπους που συνήθως απαρτίζουν το μεγαλύτερο κομμάτι της εκλογικής στρατιάς του FN, χωρίς να παραλείπουμε και τους νέους που ακολούθησαν τον δυναμισμό της καμπάνιας του.
Πρόκειται για μια ιστορική στροφή καθώς το κίνημα που διεκδικούσε την Αριστερά της ρήξης έμοιαζε να οδηγείται στο περιθώριο.
Με αυτές τις εκλογές είδαμε να εδραιώνεται ένα ρεύμα που απορρίπτει τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, την ιερή αρχή των ελεύθερων συναλλαγών και τον θαυμαστό κόσμο του ευρώ, χωρίς ωστόσο να προτείνει την εθνική και εθνικιστική αναδίπλωση πίσω από μια νέα γραμμή Μαζινό όπως ονειρεύονται στο Εθνικό Μέτωπο.
Αναμένουμε να μάθουμε τι θα συμβεί στις βουλευτικές εκλογές, οπότε όλα μένουν ανοιχτά σε ό,τι αφορά το χάσμα ανάμεσα στις δύο Γαλλίες.
Ποτέ, από την απαρχή της Πέμπτης Δημοκρατίας, δεν είχε εκλεγεί κάποιος πρόεδρος με τόσο αδύναμο λαϊκό έρεισμα.
Ο Εμανουέλ Μακρόν βρίσκεται σε ρόλο Σίσυφου μπροστά στον βράχο του.
Ο υποψήφιος του κινήματος «Εμπρός!» θα μπει στο Μέγαρο των Ηλυσίων ελλείψει άλλου, λόγω της απόρριψης των άλλων υποψηφίων και κυρίως της Λεπέν.
Kάτω από αυτές τις συνθήκες το μέλλον προδιαγράφεται όλο και πιο αβέβαιο γιατί, όσο και αν η Γαλλία έχει ανάγκη από ανανέωση σε όλους τους τομείς, αυτή δεν μπορεί να περιοριστεί στην απόκρουση των αντανακλαστικών του φόβου και της αναδίπλωσης.
Δεν μπορούμε το 2022 να ξαναπαίξουμε το 2017 και να υπολογίζουμε πάλι στην απόρριψη της Ακρας Δεξιάς για να σώσουμε τα προσχήματα. Εν ολίγοις δεν είναι ώρα για αυταρέσκεια και ομαδική έκσταση.
Χωρίς να θέλουμε να κάνουμε τον παραμικρό ιστορικό παραλληλισμό, μπαίνουμε στον πειρασμό να παραπέμψουμε όσους γιορτάζουν σήμερα και φαντάζονται ένα μέλλον σπαρμένο με ροδοπέταλα στη φράση που αποδίδεται στον Εντουάρ Νταλαντιέ** μετά την επιστροφή του από το ταξίδι που απέφερε τη Συμφωνία του Μονάχου, o oποίος, μαζί με τον Τσάμπερλεν απέναντι στο πλήθος που τους επευφημούσε, φέρεται να είπε: «Α τους μαλάκες. Αν ήξεραν!»
*Αρχισυντάκτης του περιοδικού «Marianne».
**Ριζοσπάστης πολιτικός, διετέλεσε τρεις φορές πρωθυπουργός της Γαλλίας.
Πηγή www.efsyn.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου