Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

Γάμος χωρίς έρωτα

Τον Ιανουάριο του 2015 τα δύο κόμματα συνέδεε η αντίθεση στα μνημόνια. Με αυτή την ατζέντα εξελέγησαν και με υποσχέσεις για ρήξη με τους δανειστές κέρδισαν σημαντικά ακροατήρια |EUROKINISSI/ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ

Εξακολουθεί να απασχολεί το πολιτικό προσωπικό και τους δημοσιολόγους το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε για κυβερνητικό εταίρο τους ΑΝ.ΕΛΛ, ένα κόμμα που έχει διαφορετική οπτική, άλλες κοινωνικές αναφορές και προτεραιότητες, και όχι ένα κόμμα συγγενές ιδεολογικά και πολιτικά με τον ΣΥΡΙΖΑ, όπως είναι το ΠΑΣΟΚ.
Οι εμπαθείς του εξτρεμιστικού Κέντρου και του αγοραίου νεοφιλελευθερισμού θεωρούν φυσιολογική τη συμπόρευση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ. και καθάρισαν με ευκολοχώνευτους αφορισμούς.
Πρόκειται, όπως λένε, για την επιτομή του εθνικολαϊκιστικού φαινομένου. Κατά τη γνώμη τους, οι ακραίες εκφάνσεις της κοινοβουλευτικής Αριστεράς και της κοινοβουλευτικής Δεξιάς συναντώνται στην επιδίωξη να υπονομεύσουν τη φιλελεύθερη δημοκρατία και να δυσφημήσουν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
Η κριτική όμως που γίνεται από καλοπροαίρετους ανθρώπους έχει βάση. Σε κανονικές συνθήκες μια τέτοιου τύπου συμμαχία θα ήταν αδιανόητη. Τον Ιανουάριο του 2015 όμως οι συνθήκες δεν ήταν κανονικές. Τα δύο κόμματα συνέδεε η αντίθεση στα μνημόνια. Με αυτή την ατζέντα εξελέγησαν και με υποσχέσεις για ρήξη με τους δανειστές κέρδισαν σημαντικά ακροατήρια.
Σχεδόν παντού αλλού υπάρχουν διαφορές που είναι αγεφύρωτες. Επιβεβαιώθηκε και στην πράξη. Οποτε ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε νομοθετικές πρωτοβουλίες που αφορούσαν ατομικά δικαιώματα, προστασία μειονοτήτων και εξοβέλιζαν από το δίκαιο συντηρητικά στερεότυπα, οι ΑΝ.ΕΛΛ. κατέθεσαν τη διαφωνία τους, κατάφεραν να λειάνουν τις πιο ενοχλητικές γι’ αυτούς πλευρές και σε ορισμένες περιπτώσεις αρνήθηκαν να δώσουν θετική ψήφο στη Βουλή.
Η συνοχή του κυβερνητικού στρατοπέδου δεν κλονίστηκε γιατί τα νομοσχέδια πέρασαν με τη συνδρομή της Δημοκρατικής Συμπαράταξης, του Ποταμιού και μερικών βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας.
Οποτε υπουργοί του ΣΥΡΙΖΑ άνοιξαν θέματα για τη σχέση Κράτους-Εκκλησίας, οι ΑΝ.ΕΛΛ. εξέφρασαν τις ισχυρές αντιρρήσεις τους και σε κάποια φάση μάλιστα απείλησαν ότι θα οδηγήσουν τα πράγματα στα άκρα (η αντιπαράθεση Ιερώνυμου-Φίλη).
Στο τρίπτυχο «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια» που αποτελεί τον στρατηγικό άξονα των ΑΝ.ΕΛΛ. η απόκλιση με τον ΣΥΡΙΖΑ είναι μεγάλη.
Θα πει κάποιος πως το επιχείρημα ότι τα δύο κόμματα είχαν κοινή γραμμή στο ζήτημα των μνημονίων κατέρρευσε τον Ιούλιο του 2015 όταν υπέγραψαν κι αυτά μνημόνιο, έστω κι αν συνέχισαν να υποστηρίζουν ότι δεν είναι οι ιδιοκτήτες του.
Και τότε, μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, ο Τσίπρας δεν σκέφτηκε ούτε μία στιγμή το ενδεχόμενο να αλλάξει εταίρο, αν και εκδηλώθηκε διαθεσιμότητα (με διακριτικό πάντως τρόπο) από το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι.
Η άποψη που διατυπώθηκε εκείνη την εποχή από κυβερνητικούς και κομματικούς παράγοντες ότι «ναι, και εμείς φέραμε μνημόνιο, με τη διαφορά ότι το κάναμε παρά τη θέλησή μας, εκβιαστήκαμε και είμαστε θύματα ενός πραξικοπήματος που οργάνωσαν οι δανειστές, ενώ τα άλλα κόμματα εφάρμοσαν μνημόνια με ενθουσιασμό, θεωρώντας ότι είναι η μοναδική λύση» δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική γιατί το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Η αλήθεια βρίσκεται αλλού.
Για τον Αλ. Τσίπρα το μείζον πρόβλημα της Ελλάδας, ίσως σοβαρότερο και από την αιχμαλωσία των μνημονίων, είναι το τρίγωνο της διαπλοκής και η διαφθορά του πολιτικού προσωπικού που διοίκησε τη χώρα. Πιστεύει ότι αυτή είναι η βασική αιτία που η Ελλάδα έφτασε στα πρόθυρα της χρεοκοπίας.
Θέτοντας λοιπόν αυτά τα θέματα στην πρώτη γραμμή του ενδιαφέροντός του και αποφασισμένος να τα υπηρετήσει ακόμη και με πρακτικές μετωπικής σύγκρουσης, δεν θα μπορούσε να επιλέξει ως εταίρο το κόμμα (δηλαδή το ΠΑΣΟΚ) που κυβέρνησε επί πολλά χρόνια και έχει ευθύνη για τις κακοδαιμονίες που ταλαιπωρούν τον τόπο.
Επιπλέον, στελέχη του έχουν ανοιχτούς λογαριασμούς με τη Δικαιοσύνη και ορισμένα απ’ αυτά που βρίσκονται στην ηγετική ομάδα του ταυτίζονται με τα οργανωμένα συμφέροντα τα οποία δραστηριοποιούνται στους χώρους των τραπεζών, των μέσων ενημέρωσης, της δημόσιας διοίκησης, των επιχειρήσεων και της Δικαιοσύνης.
Η στάση του ΠΑΣΟΚ φαίνεται πως δικαιώνει εκ των υστέρων την απόφαση του Τσίπρα. Αντιστάθηκε λυσσαλέα σε όλες τις προσπάθειες ρύθμισης του τηλεοπτικού τοπίου.
Στήριξε χωρίς ενοχές ιδιοκτήτες μέσων ενημέρωσης οι οποίοι σήμερα κατηγορούνται για διασπάθιση δημόσιου χρήματος και παράνομο πλουτισμό. Δεν είδε κάτι επιλήψιμο στα δάνεια που χορηγούσαν οι τράπεζες χωρίς εξασφαλίσεις ή με σκανδαλωδώς ευνοϊκούς όρους σε επιχειρήσεις, κόμματα και πολιτικά πρόσωπα.
Ανακάλυψε τη διαπλοκή το 2015. Επιτίθεται με σφοδρότητα στην κυβέρνηση κάθε φορά που εισαγγελείς εντοπίζουν σκαστές παρανομίες όπου πρωταγωνιστούν πρώην υπουργοί του.
Στις εξεταστικές επιτροπές που διερευνούν υποθέσεις σκανδάλων οι βουλευτές του κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να θολώσουν τα νερά.
Μιλάει ανοιχτά για απόπειρα της κυβέρνησης να χειραγωγήσει τη Δικαιοσύνη συντασσόμενο πλήρως με τον άλλο εταίρο του συναινετικού δικομματισμού, για τον οποίο δεν έχει πει επικριτική κουβέντα όταν κορυφαία στελέχη του εγκαλούνται για παραβατικές συμπεριφορές.
Προφανώς ένα τέτοιο ΠΑΣΟΚ δεν θα συναινούσε σε πολιτικές που θα είχαν στόχο την εξυγίανση του πολιτικού συστήματος και θα έβαζε εμπόδια στη διαδικασία καταλογισμού ευθυνών.
Ενα άλλο ΠΑΣΟΚ που θα έχει πάρει διαζύγιο από το κακόφημο παρελθόν του και θα έχει εξοστρακίσει όλους όσοι ενέχονται σε βρόμικες ιστορίες μπορεί να γίνει ένας αξιόπιστος συνομιλητής.
Πηγή www.efsyn.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου