Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

Εαυτός μέσα, εαυτός έξω

Δυο Φιγούρες- Δημήτρης Μυταράς



Το υπνωτιστικό τουκ-τουκ, τουκ-τουκ του ηλεκτρικού τη ζάλιζε. Φωνές από δική της επιλογή ακατάληπτες –έφτιαξε ένα αόρατο κάλυμμα στα αυτιά της–, κόσμος έμπαινε και έβγαινε από τα βαγόνια στους σταθμούς.
Κάποιοι βιάζονταν να εξασφαλίσουν ένα κάθισμα, κατάκοποι από τον κάματο της μέρας –σωματικός ή πνευματικός, ίδιο το αποτέλεσμα, ίδια η εξάντληση στο σώμα.
Εκείνη, πάντως, τον πνευματικό τον έφερνε βαρύτερα.
Αργά το βράδυ, κοντά στα μεσάνυχτα, με άδεια από συναισθήματα διάθεση, με μόνη σκέψη το μαξιλάρι της, έως την επόμενη ημέρα, έως το επόμενο ίδιο και απαράλλακτο οκτάωρο ή εννιάωρο ή… τέλος πάντων.
Και μετά η ίδια επιθυμία για επιστροφή στο μαξιλάρι της, στην κάμαρά της.
Δεν ήθελε να ακούει τίποτα απόψε, δεν ήθελε να καταλαβαίνει τίποτα, δεν ήθελε να μιλήσει σε κανέναν.
Μόνο, να, ένα μεγάλο ταξίδι. Σαν αυτά που σχεδίαζε και ο καιρός και τα όσα έφερε μαζί του τα έκαναν να ξεθωριάσουν.
Ανάγκες γαρ, συνθήκες, άνθρωποι και γεγονότα.
Κάτι τέτοια βράδια θυμόταν ένα κείμενο του Μπόρχες* -το είχε ανακαλύψει σε μια από τις διαδικτυακές αναζητήσεις της.
Περιέγραφε τη σχέση του «μέσα» με τον «έξω» εαυτό, τη σύγκρουση του ιδιωτικού με το δημόσιο πρόσωπο, ίσως και της ψυχής με το σώμα.
Ο «μέσα» υπήρχε σαν σκιά που άφηνε τον «έξω» να ζει.
Ο Λατινοαμερικάνος συγγραφέας τον ήξερε καλά αυτόν τον έξω εαυτό: διάβαζε το όνομά του στις επιστολές που λάμβανε, στις λίστες των καθηγητών και στα βιογραφικά λεξικά.
Απολάμβανε μαζί του να παρακολουθεί τις κλεψύδρες, τα καλλιγραφικά τυπογραφικά στοιχεία του 18ου αιώνα, τη γεύση του καφέ και την ανάγνωση των έργων του Στίβενσον.
Αλλά αυτός ο «έξω» δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ηθοποιός, ένας γεμάτος ματαιοδοξία φορέας που επιδείκνυε όλα όσα ήταν ο «μέσα», αυτός που δεν έβλεπαν οι πολλοί, που δεν γνώριζαν την ύπαρξή του και μάλλον δεν θα καταλάβαιναν ποτέ.
Παρόλο που δεν φαινόταν να εκτιμά ιδιαίτερα αυτόν τον έξω εαυτό, περιέγραφε τη σχέση τους ως μάλλον φιλική, οπωσδήποτε συμβατική: ο ένας προϋπέθετε την ύπαρξη του άλλου.
Ο ουσιώδης «μέσα» ζούσε, αφήνοντας τον επιφανειακό «έξω» να ζει, ώστε να επινοεί λογοτεχνία η οποία να δικαιολογεί την ύπαρξη του άλλου, του μέσα σημαντικού…
Για εκείνην, όμως, ειδικά αυτό το βράδυ, αυτή η επαμφοτερίζουσα σχέση δεν ήταν ποτέ ξεκάθαρη.
Συχνά επιθυμούσε ο δικός της μέσα εαυτός, ο γεμάτος όνειρα, μεγαλόπνοα– ή και όχι– τόσο σχέδια για μακρινά ταξίδια, για δημιουργήματα γεμάτα χρώμα, να ήταν ένα και το αυτό με αυτό που έβλεπαν οι πολλοί.
Το περιβάλλον και ο παράλογος κόσμος να μην μπορούν να επηρεάσουν τις αποφάσεις και την πορεία της.
Γιατί η δική της η πορεία, αυτή η έσω ουσιαστική, που φυσικά ποτέ και κανείς ίσως να μην κατόρθωνε να γνωρίσει, ήξερε ότι ήταν πιο όμορφη, σίγουρα πιο ενδιαφέρουσα και οπωσδήποτε πιο δυνατή.
Και ήλπιζε ότι, σε αντίθεση με τον Μπόρχες –τι μεγαλομανία!–, εκείνη θα κατόρθωνε να περάσει στο επιφανειακό και τρωτό έξω κάτι περισσότερο από μια στιγμή του εαυτού της, που, ανέγγιχτη από τον χρόνο και τη φθορά του περιβάλλοντος χώρου, θα μπορούσε να σωθεί.
Πια το ήξερε καλά: δεν θα μπορούσε να αλλάξει. Η ουσία της εξελισσόταν, αλλά ο πυρήνας της παρέμενε σκληρός, δημιούργημα τόσων και τόσων βιβλίων, γνώσης, αποτυχιών, επιτυχιών(;), αναπόδραστων –υπέροχων ή φρικτών– λαθών και συναναστροφών με το «έξω» δεκάδων ή εκατοντάδων άλλων ομοίων της. Και ήταν ευγνώμων γι’ αυτό.
Ομως απόψε ήταν κουρασμένη, κινούνταν σαν μηχανή και το καύσιμό της αρκούσε έως την κουζίνα για ένα ποτήρι δροσερό νερό και το μαξιλάρι της.
Και ο μέσα εαυτός είχε αποκλείσει κάθε αλληλεπίδραση με τον έξω –κι ας ήταν εκείνος που τώρα έβγαινε στον σταθμό του τρένου.
*Χόρχε Λούις Μπόρχες, «Ο Μπόρχες κι εγώ», «Λαβύρινθοι», 1962
Πηγή www.efsyn.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου