Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

Ο προφήτης

ΚαφενείοΑΠΕ-ΜΠΕ

Αμίλητος καθότανε και φέτος το καλοκαίρι στο καφενείο ο Θοδωρής. Κάθε Αύγουστο κατηφορίζει στο χωριό και κάθεται λίγες ημέρες, να θυμάται τα μικράτα του. Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο, περιβαλλοντολόγος που λένε, περνά τις διακοπές του τριγυρνώντας στα όρη και στις εξοχές, με μια φωτογραφική μηχανή κι ένα σημειωματάριο.
Λίγες ήτανε πάντοτε οι κουβέντες του, μα όσο περνούνε τα χρόνια γίνονται ακόμα λιγότερες. Τ’ άρεσε τα πρωινά ν’ απολαμβάνει μόνος τον καφέ του στη γωνιά της πλατείας, κάτω απ’ τις μουριές, και να ξεφυλλίζει την εφημερίδα του.
Ποτέ δεν τον συγκίνησε το τάβλι κι η χαρτοπαιξία, ούτε κι οι ζωηρές, φωνακλάδικες συζητήσεις του καφενέ. Κι αν του απευθύνανε καμιά φορά τον λόγο οι θαμώνες, απαντούσε κοφτά και μετρημένα, να κόψει την όρεξη για περισσότερες διαχύσεις.
Μονάχα σαν ερχότανε η κουβέντα στα στοιχεία της φύσης, στα ποτάμια που ξεραθήκανε, στη μεγάλη ανομβρία του προηγούμενου χειμώνα, στους παρατεταμένους νοτιάδες και στις απότομες πλημμύρες, στις ελιές που πρέπει να ποτιστούνε για να καρποδέσουνε και στα μποστάνια που φέτος δεν πήγανε καλά, ξεσπάθωνε απ’ τη γωνιά του ο Θοδωρής.
Φώναζε πως τα ποτάμια δεν ξεραθήκανε μόνα τους, παρά στραγγίξανε τη γης οι γεωτρήσεις των ανθρώπων· ρουφήξανε τον υδροφόρο ορίζοντα και στέρεψε πια το νερό από πηγές και ποταμούς.
Κι έλεγε πως δε θα ’χε γενεί τόση ζημιά, αν δεν επιμένανε σε καλλιέργειες υδρόφιλες· ξεπατώσανε τ’ αμπέλια τους κι εγκαταλείψανε τις τσουνάτες τις ελιές, που ήτανε συμβατά με το τοπίο και το κλίμα, και γεμίσανε τον κόσμο με μουρέλα και κηπευτικά θερμοκηπίου, που θένε πότισμα συνέχεια. Και δώσ’ του παντού λάστιχα και γεωτρήσεις· φυτέψανε μέχρι και μέρη ακατάλληλα για ετούτη τη δουλειά, που ’χανε πριν μονάχα τρόχαλους, χοχλιούς και αστοιβίδες ή χαρουπιές και πρίνους, προκειμένου να πάρουνε την επιδότηση.
Κι έλεγε κι άλλα πολλά, ότι ξεκάμανε τα δάση ψηλά στα όρη, με βοσκοφωτιές, δρόμους αγροτικούς, υπερβόσκηση κι ανεξέλεγκτη υλοτομία, κι έχασε το βουνό την ικανότητά του να τραβά τα σύννεφα και τις βροχές.
Χειρότερα ακόμα· έτσι που έγινε σπανός ο τόπος, διαβρωμένος απ’ την ανθρώπινη δραστηριότητα, δεν κράταγε πια το –λιγοστό, έστω– νερό να ξαναγεμίσουνε οι υδάτινοι αποταμιευτήρες του, μόνο το έστελνε σε χείμαρρους ορμητικούς να πλημμυρίσει χωριά και πολιτείες. Μίλαγε και για το μικροκλίμα και τη μεγάλη του αξία, πως θα μπορούσε να ’ναι ασπίδα απέναντι στα επικίνδυνα φαινόμενα.
Προφήτευε μέλλον ζοφερό· έλεγε ότι η Σαχάρα δεν είναι τόσο μακριά και πως μια μέρα θα τηνε καταπιεί ολάκερη την Κρήτη, αν συνεχίσουν ετούτο το βιολί. Κράδαινε χάρτες του Πανεπιστημίου με περιοχές επάνω στο νησί που έχουνε κιόλας ερημοποιηθεί. Γελούσε σαν τους άκουγε ν’ ανησυχούνε για το προσφυγικό, την ώρα που αυτοί οι ίδιοι δεν κάμανε τίποτα ποτέ για να μη βρεθούνε κλιματικοί πρόσφυγες τα παιδόγγονά τους μετά από κάποια χρόνια.
Απληστους και παραδόπιστους τους χαρακτήριζε· αντί να έχουνε στον νου τους να βγάζουνε όσα πρέπει, έστω λίγα, για να επιβιώνουνε αρμονικά κι αυτοί κι ο τόπος, συμπεριφέρονται αχάριστα και αδηφάγα, ρημάζοντας τη γης κι υποθηκεύοντας το μέλλον των παιδιών τους.
Κι όταν του πέρναγε η έξαψη κι η παραζάλη κι έφευγε η κοκκινάδα απ’ τα μάτια του, κάθιζε στην καρέκλα του γαληνεμένος, σαν ουρανός μετά την μπόρα. Κουνούσαν το κεφάλι τους συγχωριανοί και επισκέπτες και μουρμούραγαν πως κάθε χρόνο αποτρελαίνεται ο Θοδωρής κι ότι τα πολλά γράμματα τονε χαλάνε τον άνθρωπο εν τέλει.
Αλλωστε, αν ήταν σοβαρά αυτά που αράδιαζε το στόμα του, θα τα ’χαν αναφέρει δήμαρχοι και πολιτευτές, τηλεοράσεις και εφημερίδες· κάτι θα ’χε φτάσει και στο δικό τους το αυτί. Κουζουλάδες της κεφαλής του Θοδωρή, λοιπόν· εκεί τον έβγαλε, να κάνει τον προφήτη. Να δεις του χρόνου που θα ’ναι σε χειρότερη κατάσταση.
Πηγή www.efsyn.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου