Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016

Υπάρχει ελπίδα


                                     Λαϊκά παιχνίδια, 1937, ΝΙΚΟΣ ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ - ΓΚΙΚΑΣ    

Μπαίνω και βγαίνω στον ηλεκτρικό και στο μετρό με ένα ζευγάρι ακουστικά στ’ αυτιά. Δεν χάνω τα μονόλεπτα δελτία ειδήσεων, ακόμη κι αν συχνά είναι απολύτως ταυτόσημα και επαναλαμβανόμενα: «Ο υπουργός Τάδε κατέθεσε στη Βουλή νομοσχέδιο για την καταπολέμηση της διαφθοράς».
«Σε σειρά συλλήψεων προχώρησε η αστυνομία, επιτυγχάνοντας μεγάλο πλήγμα σε πολυμελή συμμορία ληστών». «Το ντέρμπι μεταξύ των ομάδων Αλφα και Βήτα έληξε ισόπαλο μηδέν-μηδέν». «Η θερμοκρασία σήμερα θα κυμανθεί από 12 έως 19 βαθμούς Κελσίου».
Απαίτηση της δουλειάς η όσο το δυνατόν πλήρης ενημέρωση. Και αν βρίσκεσαι εν κινήσει, τα μονόλεπτα είναι μια πρόγευση της ημέρας.
Αλλά αυτό που λατρεύω είναι τα μισάωρα μεσοδιαστήματα της μουσικής, ειδικά όταν ο παραγωγός με ξαφνιάζει με ένα τραγούδι ολοκαίνουργιο, που μέσα από τη μελωδία του ταράζει τους χυμούς του σώματος και σαν κύματα με πλημμυρίζουν παλλόμενα ευφορία ή ξυπνώντας συναισθήματα.
Τότε, αυτό το υδάτινο περίπου 70% του οργανισμού κινητοποιείται και αναταράζεται: πότε γαλήνιο σαν ρυάκι, πότε σαν ανταριασμένη θάλασσα.
Την πιο δυνατή επίδραση την έχουν οι «παλιές» μουσικές, όχι οι καινούργιες. Οι καινούργιες φέρνουν την περιέργεια για το άγνωστο, για μια κατάκτηση που σε περιμένει -για να σε υποτάξει, εσύ δεν έχεις καμιά ελπίδα για το αντίστροφο- και θα γίνει η υπόκρουση νέων, ελπιδοφόρων ίσως στιγμών.
Οι παλιές όμως…
Αυτές που κάποια στιγμή επέλεξες να αφήσεις στην άκρη γιατί κουράστηκες τόσο καιρό βυθισμένος μέσα τους, αυτές από τις οποίες απομακρύνθηκες για να ξεμακρύνεις και απ’ ό,τι είχαν περιτυλίξει προσδίδοντάς του κάποτε την αίγλη και τη μαγεία ονείρων -που πραγματοποιήθηκαν ή παρέμειναν φρούδα, δεν έχει σημασία-, αυτές που επαναλάμβανες σαν προσευχή σε δύσκολες στιγμές, όταν παρηγοριά άλλη δεν είχες.
Οι παλιές μουσικές, οι στίχοι των τραγουδιών τους, έχουν μια δύναμη τόσο μεγάλη και ανίκητη. Η πρώτη νότα είναι μια σταγόνα. Την ακολουθεί γρήγορα η επόμενη, κι ύστερα η τρίτη, η τέταρτη και πριν ακόμη σχηματιστεί μια μουσική συλλαβή, ένας άυλος κυκλώνας σε έχει τυλίξει, σε έχει σηκώσει ψηλά και σε έχει παρασύρει.
Πού; Σε μια παιδική μνήμη, που μυρίζει μέλι και κανέλα. Σε μια εφηβική ανάμνηση ενός άλλου Νοέμβρη, που τα χάλκινα χρώματά του άργησες πολύ να εκτιμήσεις. Ενα καλοκαιρινό βράδυ στις Κυκλάδες, να κοιτάζεις το φεγγάρι ξαπλωμένη στην αμμουδιά. Μια χειμωνιάτικη εκδρομή με ομίχλη και βροχή.
Μια νύχτα που, έχοντας πιει λίγο παραπάνω, καθόσουν σε ένα χαλί, με γέλια και αστεία και μοιραζόσουν όνειρα με φίλους που ακόμα κρατάς. Και τραγουδούσες, χωρίς να σκέφτεσαι ότι μπορεί να είσαι λίγο παράφωνη – το ίδιο έκαναν κι οι άλλοι.
Κι όταν το τραγούδι τελειώσει και ο παραγωγός, εισβολέας ακάλεστος, διακόψει το όραμά σου, όλα γύρω είναι ίδια: ο ηλικιωμένος κύριος μισοκοιμάται ακουμπισμένος στο παράθυρο του τρένου, μια κοπελίτσα παίζει με το κινητό της, η κυρία δίπλα σου διαβάζει αφοσιωμένη το τελευταίο βιβλίο της μόδας. Μια άλλη μιλά τόσο δυνατά στο τηλέφωνο που όλοι γυρίζουν και την κοιτάζουν ενοχλημένοι.
Και συ, έχοντας μόλις ξυπνήσει από το ταξίδι πίσω, κατάκοπη από την ταραχή των έσω υδάτων, όσο κι αν σπρώχνουν κι αν φωνάζουν οι συνταξιδιώτες του συρμού, δεν ενοχλείσαι. Δεν θα επιτρέψεις σε κανέναν να σε παρασύρει στη μικρότητα του τώρα, στον θόρυβο του κόσμου.
Το μόνο που ακούς είναι ένα παιδί με σκισμένο τζιν, κόκκινα πάνινα παπούτσια και αθλητικό κασκέτο. Χωρίς ακουστικά στα αυτιά, με τα μάτια κλειστά, σφυρίζει έναν ρυθμό που δεν σου θυμίζει τίποτα. Εκείνος όμως τον απολαμβάνει και τον χορεύει.
Ανεπαίσθητα, χωρίς μεγάλες κινήσεις, ένας ρυθμός τον διαπερνά, το δεξί του πόδι ανασηκώνεται και χτυπά το δάπεδο, ξανά και ξανά, σαν να μετρά τον χρόνο. Δεν βλέπει, δεν ακούει τίποτα άλλο. Η δική του μουσική στιγμή τον έχει κατακλείσει.
Και τότε λες, υπάρχει ελπίδα, δεν είμαι η μόνη.
Πηγή www.efsyn.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου