Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

H παράδοση ως παρίας του κράτους

Περικλής Κοροβέσης - Εφημερίδα των ΣυντακτώνΠερικλής Κοροβέσης - Εφημερίδα τών Συντακτών

Υπάρχει μια διαδεδομένη πλάνη να θεωρούμε συστατικά στοιχεία ενός έθνους την κοινή καταγωγή και γλώσσα, όπως και την κοινή λατρεία. Αλλά αυτά δεν είναι απαραίτητα στοιχεία για τη συγκρότηση ενός έθνους. Αντίθετα, μπορεί αυτός ο ορισμός να γίνει επικίνδυνος αν ερμηνευτεί από φασίστες και αποδώσει το γνωστό τρίπτυχο «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια».
Ηδη από το 1910, οι κριτές ενός διαγωνισμού για τη λαογραφία της Μακεδονίας, οι Σπ. Λάμπρου, Δ. Πατσόπουλος και Ν. Πολίτης, κεντρικές προσωπικότητες της εποχής τους, έδιναν μια άλλη έννοια για το έθνος που δυστυχώς δεν εμπεδώθηκε. Σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης, βασικό θεμέλιο της εθνικής συνείδησης είναι τα κοινά ήθη και έθιμα, οι δοξασίες και παραδόσεις, η κοινή αντίληψη του εξωτερικού κόσμου, η εκδήλωση των συναισθημάτων και πάνω από όλα η κοινότητα των πόθων και ελπίδων.
Από αυτόν τον ορισμό, λείπουν η κοινή καταγωγή, η γλώσσα και η θρησκεία. Γιατί σε αυτά τα «ομότροπα ήθη» (κατά Δημοσθένη) μπορούν να ενταχθούν πολλές γλώσσες, πολλές θρησκείες και άνθρωποι με διαφορετική καταγωγή.
Προς επίρρωση των παραπάνω, θα αναφερθώ στον Αρβανίτη Μερκούριο Μπούα, που μαζί με τον Κροκόδειλο Κλαδά, από τις αρχές του 16ου αιώνα, εξεγέρθησαν εναντίον των Οθωμανών.
Ο Μπούας έγινε και πίνακας του Εγγονόπουλου (ευχαριστώ τον κ. Γ. Μίχα για την υπενθύμιση). Από τη γεωγραφική περιοχή που κατέχει σήμερα η Ελλάδα πέρασαν πολλοί λαοί και πολιτισμοί. Ηδη από την αρχαιότητα ο Πειραιάς ήταν διεθνές κέντρο και πολλοί μέτοικοι είχαν εγκατασταθεί μόνιμα. Κυριαρχούσε ένας κοσμοπολιτισμός, ιδιαίτερα γοητευτικός για τον Σωκράτη, που του άρεσε να συχνάζει στο πολύβουο αυτό λιμάνι. Στην παράδοσή μας υπάρχουν οθωμανικές, αραβικές, σλαβικές και άλλες επιρροές.
Το «Χρονικό του Μορέως», που γράφτηκε επί Φραγκοκρατίας από Γασμούλο, όχι από Ελληνα, δείχνει την ύπαρξη μιας άψογης δημοτικής γλώσσας, που καθιερώθηκε ως νεοελληνική ύστερα από αιώνες.
Τα δημοτικά τραγούδια που έχουν ιστορία αιώνων και η συνέχισή τους στις πόλεις με τη μορφή του ρεμπέτικου, τα αποκριάτικα ήθη και τα γαμοτράγουδα, δηλαδή όλα αυτά που ήταν οικεία και διαμόρφωναν τα ήθη και τα έθιμα, θεωρήθηκαν ξένα στοιχεία που μολύνουν έναν καθαρό πολιτισμό, τον αρχαιοελληνικό, που έφτασε ώς τις μέρες μας.
Η λαογραφία όπως θεμελιώθηκε από τον Ν. Πολίτη ήταν μια εθνικιστική επιστήμη που αποσκοπούσε να αποκαταστήσει την τρισχιλιετή Ιστορία μας και η καταγραφή των δημοτικών τραγουδιών από τον ίδιο δεν έχει καμιά σχέση με τα παραδοσιακά μας τραγούδια.
Θα αναφερθώ σε ένα και μόνο παράδειγμα. Το γνωστό «Σαράντα παλικάρια» όπως το καταγράφει ο Πολίτης είναι μια καθαρή εθνικιστική πλαστογραφία. Η έξοχη μελέτη του Κ. Γκότση («Δημοτικά τραγούδια», εκδόσεις OPPORTUNA) το αναλύει εξονυχιστικά.
Εντούτοις πρέπει να ομολογήσω πως η συλλογή του Πολίτη υπήρξε ένα από τα αγαπημένα αναγνώσματα της νεότητάς μου. Το διαβάζω ακόμα. Αλλά ξέρω πως είναι μια ποίηση που ανήκει στον δημιουργό της και όχι στην παράδοσή μας.
Πώς γίνεται όμως να έχουν επιβιώσει μύθοι και παραμύθια που χρονολογούνται πριν από τον Ομηρο, όπως του Μελέαγρου; Εδώ πρέπει να δούμε τη δύναμη της προφορικής παράδοσης, που μεταδίδεται από γενιά σε γενιά χωρίς τη μεσολάβηση κάποιου βιβλίου. Είναι «ο πολιτισμός των αγράμματων», κυρίως της υπαίθρου, που κατά κάποιον τρόπο ήταν η εγκυκλοπαίδειά τους.
Και σαν πηγή γνώσης όλο αυτό το πλούσιο παραδοσιακό υλικό διαφυλάχτηκε ως κόρη οφθαλμού, άσχετα αν υπάρχουν πολλές παραλλαγές, πέρα από τόπο σε τόπο και στον ίδιο τον τόπο.
Ο λαϊκός τραγουδιστής ή αφηγητής αναβιώνει μια παράδοση και ταυτόχρονα δημιουργεί. Αφαιρεί, προσθέτει ή ανακατασκευάζει για να την προσαρμόσει στο κοινό του. Με άλλα λόγια τη ζωντανεύει.
Αλλά υπάρχουν και λόγιες δημιουργίες που ενσωματώνονται στη λαϊκή παράδοση. Π.χ. ο Ερωτόκριτος του Κορνάρου που ακόμα τραγουδιέται ολόκληρος. Και αυτοί που τον τραγουδούν κατά κανόνα αγνοούν τον συγγραφέα του (εδώ δεν μιλάω για τους επαγγελματίες). Και στην αρχαιότητα, οι τραγωδίες και οι κωμωδίες δεν ήταν για τα φεστιβάλ και τους κουλτουριάρηδες.
Ηταν λαϊκό θέαμα και είχαν το κοινό που έχουν τα σίριαλ σήμερα. Πολλά χορικά αυτονομήθηκαν και πέρασαν στη λαϊκή παράδοση. Με όχημα τη ζωντανή γλώσσα και όπως αυτή εξελισσόταν έφτασαν μέχρι τις μέρες μας.
Αυτός ο προφορικός λαϊκός πολιτισμός διώχθηκε απηνώς από το «ελληνικό» κράτος του Οθωνα και έφτασε ακόμα και μέχρι τις μέρες μας (ο Μεταξάς απαγόρευσε τα ρεμπέτικα, το δε ΚΚΕ τα θεωρούσε τραγούδια του υπόκοσμου).
Ο «Ελληνισμός» των Βαυαρών ήταν δυτική ρομαντική επινόηση. Και ίσως οι κυβερνήσεις αυτού του τόπου, από αταβισμό, να συνεχίζουν αυτή την παράδοση. Τότε με τον Οθωνα, τώρα με τη Μέρκελ. Συμπατριώτες ήταν εξάλλου.
Πηγή www.efsyn.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου